ΕκκλησίεςΗ Πόλη Μας

Διάλεξη Δρ. Α. Χατζηχριστοδούλου: «Εκκλησιαστικά μνημεία της Λακατάμιας»

Η σύγχρονη έρευνα μας έδωσε πολύτιμες πληροφορίες για την ιστορία της Λακατάμιας. Ενδεικτικά αναφέρομαι σε δημοσιεύσεις της Αικατερίνης Αριστείδου, της Νάσας Παταπίου, του Γιάννη Θεοχαρίδη και του Χρυσόστομου Περικλέους.

Η πληθυσμιακή έκρηξη (1975-2000) στη Λακατάμια κατέστησε αναγκαία την ανοικοδόμηση πολλών νέων, μεγάλων σε διαστάσεις εκκλησιών. Οι εκκλησίες αυτές αντικατέστησαν σε ορισμένες περιπτώσεις μικρότερες ή λυόμενες εκκλησίες. Οι υφιστάμενες αποτελούν σύγχρονες εκδοχές του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο ρυθμού και είναι κτισμένες με σύγχρονα αντισεισμικά υλικά.

Κατά χρονολογική σειρά κτίστηκαν οι ναοί του Σωτήρος στον προσφυγικό οικισμό της Ανθούπολης το 1993, του Αγίου Στυλιανού στον προσφυγικό οικισμό Άσπρες το 1994, και του Αγίου Νεοφύτου στην Ανθούπολη το 1998,

του Αγίου Νικολάου στην Πάνω Λακατάμια το 1999, του Αγίου Παντελεήμονος το 2000, του Αγίου Χρυσοστόμου το 2000 και της Αγίας Παρασκευής το 2006.

Το 1986 κτίστηκε ο μαρωνιτικός ναός του Αγίου Μάρωνα στην Ανθούπολη.

Εκκλησιαστικά η Κάτω Λακατάμια υπάγεται στη δικαιοδοσία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, ενώ η Πάνω Λακατάμια στη δικαιοδοσία της Ιεράς Μητροπόλεως Ταμασού και Ορεινής. Η Λακατάμια απαντά σε πηγές από την εποχή της Φραγκοκρατίας (1192-1489), οπότε αναφέρεται ως φέουδο μελών της βασιλικής οικογένειας των Λουζινιανών της Κύπρου. Όπως αναφέρει ο Γεώργιος Βουστρώνιος η Λακατάμια δόθηκε ως δώρο στην Καρλόττα, κόρη του Βασιλιά Ιωάννη και της Ελένης Παλαιολογίνας από τον νονό της Πέτρο. Στη Λακατάμια κατά τον 16ο αιώνα σύμφωνα με την ιστορικό Νάσα Παταπίου υπήρχε στρατόπεδο των ordinanze, δηλ. ξιφοφόρων στρατιωτών, των οποίων τον οπλισμό κάλυπτε το Δημόσιο. Ο καπιτάνος Μπάστιαν από το Καστελφράνκο είχε έδρα την Λακατάμια (alla Cadamia), που υπαγόταν στο διαμέρισμα της Λευκωσίας. Η παρουσία της βασιλικής οικογένειας και αριστοκρατών στη Λακατάμια φαίνεται ότι ήταν και ένας από τους λόγους ίδρυσης των εκκλησιών.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (1571-1878) στη Λακατάμια και την περιοχή της δημιουργούνται τσιφλίκια, με πιο γνωστά εκείνα του Κιόρογλου και του Αρχαγγέλου.

Κατά την πρόσφατη έρευνά μου για τα εκκλησιαστικά μνημεία της Λακατάμιας κατέγραψα 1 καθολικό μονής, 9 ενοριακές εκκλησίες, 17 παρεκκλήσια, 7 προσκυνητάρια και 5 θέσεις ναών, οι οποίοι έχουν καταστραφεί. Στη συνέχεια θα αναφερθώ συνοπτικά στους παλαιούς ναούς, οι οποίοι μαζί με τις προαναφερθείσες νέες εκκλησίες θα μπορούσαν να περιληφθούν στον περιηγητικό χάρτη του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Κύπρου.

Η παλαιά εκκλησία Αγίας Παρασκευής ήταν ο ενοριακός ναός της Κάτω Λακατάμιας, μέχρι το κτίσιμο της νέας. Η εκκλησία οικοδομήθηκε στη θέση παλαιότερου μικρού ναού, πιθανώς του 18ου αιώνα. Η ανοικοδόμηση άρχισε το 1884 και η εκκλησία αποπερατώθηκε το 1902, σύμφωνα με επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα επάνω από τη δυτική είσοδο.

Σε σιδεριά πάνω από τη βόρεια είσοδο υπάρχει η χρονολογία 1897, προφανώς αναφέρεται στην κατασκευή του κιγκλιδώματος. Το εικονοστάσι, ο δεσποτικός και ο άμβωνας χρονολογούνται στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακός είναι ο ξυλόγλυπτος διάκοσμος του εικονοστασίου. Τα θωράκια του φέρουν ανάγλυφες παραστάσεις από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, και μεμονωμένους αγίους, όπως την αγία Παρασκευή.

Παρόλο που ο ναός αποπερατώθηκε το 1902, οι εικόνες άργησαν να γίνουν. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και λόγω του Αρχιεπισκοπικού Ζητήματος που ταλάνιζε τότε την Εκκλησία. Οι εικόνες ζωγραφίστηκαν στα 1915 στο αγιογραφικό εργαστήριο της μονής Σταυροβουνίου. Στο εικονοστάσιο τοποθετήθηκαν κάποιες από τις εικόνες της προηγούμενης εκκλησίας του 18ου & 19ου αιώνα.

Ορισμένες εικόνες από τις νεότερες εικόνες ζωγραφίστηκαν από τον ζωγράφο ιεροδιάκονο Πανάρετο Κουσουλίδη από το Πολιτικό, όπως ο Νυμφίος το 1933.

Το 1946 ο Κουσουλίδης ζωγράφισε τη Γέννηση του Χριστού και το Βρέβιο στην Πρόθεση του ναού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει βημόθυρο λαϊκής τέχνης, το οποίο χρήζει άμεσης συντήρησης. Ως προς τη θεματογραφία του είναι μοναδικό, αφού σε αυτό απεικονίζονται 6 Άγιοι, των οποίων τα παρεκκλήσια υπήρχαν στη Λακατάμια.

Πρόκειται για τους αγίους Νικόλαο, Δημητριανό, Μακεδόνιο, Μαρίνα, Μάμα και Νικήτα.

Δύο από τους απεικονιζόμενους αγίους ο Δημητριανός και ο Μακεδόνιος είναι κύπριοι. Για τον πρώτο δεν είμαστε σίγουροι αν είναι ο επίσκοπος Χύτρων ή ο σπανιότερα απεικονιζόμενος επίσκοπος Ταμασού. Οι υπόλοιποι άγιοι είναι Μικρασιάτες. Οι άγιοι Νικόλαος και η Μαρίνα τιμούνται με πολλούς ναούς στην περιοχή.

Η τιμή του αγίου Μάμαντος είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε ολόκληρη την Κύπρο, στην Λακατάμια είχαμε δύο ναούς του Αγίου αυτού, ενώ η τιμή του Αγίου Νικήτα απαντά μόνο στο ομώνυμο χωριό της Μόρφου. Οι άγιοι Μάμας και Νικήτας μαζί με τον Γεώργιο, ο οποίος δεν απεικονίζεται στο βημόθυρο, αλλά έχει παρεκκλήσι στη Λακατάμια, έχουν άμεση σχέση με τους στρατιώτες, οι οποίοι τους θεωρούσαν προστάτες. Στους Μικρασιάτες αγίους θα πρέπει να προστεθεί και η Θέκλα, της οποίας εκκλησία υπήρχε στη Λακατάμια και η οποία επίσης δεν απεικονίζεται στο βημόθυρο.

Επιπλέον στο βημόθυρο απεικονίζονται οι Τρεις Ιεράρχες, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και ο άγιος Χριστόδουλος της Πάτμου, ο τελευταίος προφανώς εκ του ονόματος του δωρητή, ο οποίος αναγράφεται ως Χριστόδουλος προσκυνητής. Σύγχρονο παρεκκλήσι του Αγίου έχει ανεγερθεί στην Ανθούπολη. Ο ανώνυμος ζωγράφος του βημοθύρου ακολουθεί τη δυτικότροπη τεχνοτροπία της Σχολής του Ιωάννη Κορνάρου του Κρητός του 19ου αιώνα.

Στην οθόνη βλέπετε και δύο παλιές φωτογραφίες γάμων του 1957   στην Αγία Παρασκευή από το Αρχείο της Πόπης Θεκλήτου.

Θα συνεχίσουμε την περιήγησή μας με τα παρεκκλήσια που ανήκουν στον ναό της Αγίας Παρασκευής.

Η ξυλόστεγη, μονόχωρη εκκλησία της Παναγίας Χρυσοκουλλουριώτισσας κτίστηκε το 1886 στη θέση παλαιότερης στον αγροτικό οικισμό του Κουλουράτου. Είναι αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου.

Στον ναό φυλάσσονται εικόνες του 19ου και του 20ού αιώνα.

Ο Εσταυρωμένος και τα λυπηρά του 1859, προέρχονται από τον παλαιό ναό της Αγίας Παρασκευής που έχει κατεδαφιστεί γύρω στο 1900. Στην αυλή του ναού υπήρχε κοιμητήριο μέχρι το 1902.

Το παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητριανού επισκόπου Χύτρων ανήκει στον τύπο του ελεύθερου σταυρού με τρούλλο ναού. Ανεγέρθη τον Μάρτιο του 1966, με δαπάνες των Αξιωματικών και των Οπλιτών της 286 ΤΘΤΠ στον χώρο του στρατοπέδου της Εθνικής Φρουράς.

Το παρεκκλήσιο βρίσκεται σήμερα σε πολύ άσχημη κατάσταση διατήρησης και πλέον δεν λειτουργείται.

Το παρεκκλήσιο του Αγίου Μακεδονίου, του Άη Μακεδόνα όπως είναι γνωστός ο Άγιος στους Λακαταμίτες σημειώνεται σε παλαιά τοπογραφικά σχέδια της Λακατάμιας στη θέση του παλαιού κοιμητηρίου της Αγίας Παρασκευής, ενώ δεικνύεται και άλλη θέση πλησίον του κοιμητηρίου όπου σήμερα υπάρχει πάρκο. Κανένα ίχνος του δεν είναι ορατό σήμερα, ούτε είναι γνωστός ο χρόνος καταστροφής του. Να υποθέσουμε ότι η Μακεδονίτισσα οφείλει το όνομά της στον άγιο αυτό;

Το παρεκκλήσιο της Αγίας Μαρίνας μεταξύ των οδών Αγίας Μαρίνας και Κύκνων υφίστατο ως τις αρχές του 20ού αιώνα, αφού σημειώνεται σε τοπογραφικά σχέδια. Στο σημείο του παρεκκλησιού υπάρχουν σήμερα όχι ένα αλλά τέσσερα προσκυνητάρια, που δηλώνουν την αγάπη των πιστών προς την Αγία, καθώς και παλαιά κυπαρίσσια.

Ο χώρος παρουσιάζει σημεία εγκατάλειψης. Εκτός από τα σκουπίδια και τα άχρηστα αντικείμενα, χρησιμοποιείται από τους περίοικους για αποθήκευση αντικειμένων και ως αλάνα ποδοσφαίρου από τα παιδιά.

Έχει ανοιχτεί όρυγμα, πρόχειρα σκεπασμένο με ξύλα, το οποίο αποτελεί κίνδυνο για τους περαστικούς. Κατά τη διάνοιξή του ορύγματος βρέθηκαν ανθρώπινα οστά, που μαρτυρούν ότι το παρεκκλήσι ήταν κοιμητηριακό.

Επιβάλλεται ανασκαφική έρευνα και διαμόρφωση του χώρου, και μάλιστα σε μια περιοχή που είναι καλά δομημένη.

Κοντά στην οδό Αγίας Θέκλας και μέσα  σε ελαιώνα βρίσκεται το προσκυνητάρι της Αγίας Θέκλας. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση στη θέση αυτή υπήρχε παρεκκλήσι της Αγίας.      Επειδή η αγία δεν απεικονίζεται στο βημόθυρο του 19ου αιώνα από την Αγία Παρασκευή, εικάζεται ότι αυτό καταστράφηκε πριν τον 19ο αιώνα. Οι πιστοί εξακολουθούν να επισκέπτονται τον χώρο και να ανάβουν το καντήλι της Αγίας.

Στη δικαιοδοσία του σύγχρονου ναού του Αγίου Μάμαντος ανήκουν τα ερείπια παρεκκλησίου του ίδιου Αγίου, στην τοποθεσία Κούλλουρος, στο μικρό πευκόφυτο πάρκο επί της οδού Ψυχάρη.

Κατά τη διάρκεια διάνοιξης θεμελίων ανοικοδόμησης νέου παρεκκλησίου εντοπίστηκαν τα θεμέλια μεσαιωνικού, αν όχι παλαιότερου ναού, τον οποίο ανασκάπτει ο συνάδελφος κ. Θεοχάρης Πέτρου, υπό τη διεύθυνση του Αρχαιολογικού Λειτουργού του Τμήματος Αρχαιοτήτων κ. Γιώργου Φιλοθέου.

Στον χώρο βρέθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη, σπαράγματα τοιχογραφιών και μεσαιωνικά εφυαλωμένα όστρακα. Θα πρέπει κ. Δήμαρχε μετά το πέρας των ανασκαφικών εργασιών, ο χώρος να προστατευτεί και να αναδειχτεί, ενώ το νέο παρεκκλήσι να κτιστεί προς τα ανατολικά, όπου υπάρχει ικανοποιητικός χώρος.

Ένα δεύτερο παρεκκλήσι του Αγίου Μάμαντος βρισκόταν κοντά στο παλιό κοιμητήριο της Κάτω Λακατάμιας, προς τα δυτικά παραπλεύρως της οδού Ρήγα Φεραίου. Τα κατάλοιπα του παρεκκλησιού αυτού δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστούν.

Στην τοποθεσία Άσπρες μαρτυρείται ερειπωμένη εκκλησία του Αγίου Νικήτα, καθώς και κτιστά λαγούμια, τα οποία δεν είναι ορατά σήμερα.

Επειδή η κυριότητα του εν λόγω τεμαχίου δεν ανήκει σήμερα στην Εκκλησία θα πρέπει οι αρμόδιες αρχές η προστατεύσουν του αρχαιολογικό χώρο.

Στον σύγχρονο ναό του Αγίου Νικολάου Πάνω Λακατάμιας ανήκουν τα παρεκκλήσια των Αγίων Νικολάου & Γεωργίου και η θέση του εξωκκλησιού της Παναγίας Μεσοτοπίτισσας.

Η παλαιά εκκλησία του Αγίου Νικολάου αποτελούσε την κεντρική εκκλησία της Πάνω Λακατάμιας, πριν από την ανοικοδόμηση της νέας το 1997. Στη μορφή που είναι σήμερα αποτελεί σύμπλεγμα διαφορετικών αρχιτεκτονικών μορφών και εποχών.

Οι επεμβάσεις για επέκτασή της στο β΄ μισό του 19ου αιώνα και το 1953 αλλοίωσαν το αρχικό κτίσμα. Στο προαύλιο της εκκλησίας υπήρχε μέχρι το 1953 το κοιμητήριο της κοινότητας, το οποίο μεταφέρθηκε στην οδό Ηλυσίων. Σήμερα πραγματοποιούνται εργασίες συντήρησης του ναού.

Το παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου του Κουλουράτου βρίσκεται επί της ομωνύμου λεωφόρου στην ανατολική όχθη του Πεδιαίου ποταμού.

Πρόκειται μονόχωρη ξυλόστεγη εκκλησία με δικλινή στέγη καλυμμένη με γαλλικού τύπου κεραμίδια. Ο ναός δέχτηκε επεμβάσεις που αλλοίωσαν τις όψεις του.

Εσωτερικά διασώζει το εικονοστάσιο του  παλαιού ναού του Αγίου Νικολάου του 19ου αιώνα, το οποίο μεταφέρθηκε εκεί το 1953. Κατά τη διάρκεια εργασιών για διαπλάτυνση του δρόμου στα βόρεια του παρεκκλησιού εντοπίστηκαν ταφές, σημάδια ότι εκεί υπήρχε κοιμητήριο.

Η θέση του εξωκκλησιού της Παναγίας Μεσοτοπίτισσας είναι σημειωμένη σε παλαιούς χάρτες και τοπογραφικά. Βρισκόταν έξω από τη Λακατάμια προς τη Δευτερά, πλησίον του ποταμού Πεδιαίου. Κοντά στο σημείο που βρισκόταν η εκκλησία έχει ανεγερθεί προσκυνητάρι, στο οποίο τοποθετήθηκε χάλκινη εικόνα της Παναγίας Μεσοτοπίτισσας. Η επωνυμία Μεσοτοπίτισσα, δόθηκε στην Παναγία, επειδή σύμφωνα με την τοπική παράδοση η θέση εκείνη ήταν το κέντρο της Κύπρου.

Το σημαντικότερο σωζόμενο εκκλησιαστικό  μνημείο της Λακατάμιας είναι ασφαλώς η μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Το καθολικό της εν ενεργείας σήμερα γυναικείας μονής, είναι ένας δίκλιτος τρουλλαίος ναός με νάρθηκα του λεγόμενου φραγκοβυζαντινού ρυθμού.

Η αρχική εκκλησία κτίστηκε κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, όπως φαίνεται από σπάραγμα τοιχογραφίας στο νότιο τοίχο του αρχικού κλίτους. Στο ναό διασώζονται και τοιχογραφίες του 17ου αιώνα.

Ανάμεσα στα έτη 1660 και 1713, η μονή ανήκε στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, οπότε ο Αρχιεπίσκοπος Νικηφόρος την καθιστά έδρα της Αρχιεπισκοπής και κατοικία του.

Το 1713 ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος Β΄ πώλησε το μοναστήρι του Αρχαγγέλου στη Μονή Κύκκου, μετόχι της οποίας είναι μέχρι σήμερα.

Το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο εικονοστάσιο του καθολικού χρονολογήθηκε στον 17ο αιώνα και οι αρχικές εικόνες του στον 17ο και 18ο αιώνα.

Ξεχωρίζουν οι εικόνες των ζωγράφων Παύλου ιερογράφου από τη Λευκωσία και Μιχαήλ προσκυνητή από τα Καμινάρια.

Το 1735 ο Ουκρανός περιηγητής Βασίλειος Μπάρσκυ επισκέφθηκε την ανδρώα τότε μονή για την οποία αναφέρει ότι ήταν μετόχι της μονής Κύκκου, ότι είχε νερό και περιβόλια και ότι καταπιεζόταν από τους μουσουλμάνους που την εποφθαλμιούσαν. Ο Μπάρσκυ εκτός από τη γλαφυρή περιγραφή άφησε και ένα θαυμάσιο σχέδιο της μονής, το οποίο σχεδίασε ο ίδιος.

Στον βόρειο τοίχο της εκκλησίας υπάρχει μια ενδιαφέρουσα εγχάρακτη ενθύμηση, η οποία αναφέρεται σε μετακίνηση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας του Κύκκου το 1827 από τον Αρχάγγελο όπου είχε μεταφερθεί.

Αντί επιλόγου θα κλείσω την εισήγησή μου με κάποιες φωτογραφίες προσκυνηταριών, μνημείων και τάφων ηρώων, επιφανών και αφανών κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι αξίζουν μιας ειδικότερης παρουσίασης και φυσικά της φροντίδας μας».

ΠΗΓΗ: https://churchofcyprus.org.cy

Show More

Related Articles

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to top button
Close