Top NewsΣυνεντεύξεις

Ελένη Χατζήμιχαηλ: Έζησα την κόλαση στην εισβολή- Στην Ανθούπολη μαύριζε η αυλή του Δημοτικού από τις μαυροφορεμένες μανάδες

Δεν ξέρω πως είναι η κόλαση, αλλά εγώ την έζησα, τονίζει σε συνέντευξη της στην ιστοσελίδα μας η Ελένη Μυλωνά Χατζήμιχαηλ, Δήμαρχος της κατεχόμενης Ακανθούς, η οποία είναι εδώ και χρόνια δημότης Λακατάμιας. Με αφορμή την μαύρη 46η επέτειο της βάρβαρης τουρκικής εισβολής που προκάλεσε απέραντο ανθρώπινο πόνο, όλεθρο και την κατοχή της μισής μας πατρίδας, η ιστοσελίδα μας ζήτησε από τη διακεκριμένη δασκάλα και λογοτέχνη να μας περιγράψει το πως βίωσε τις μαύρες εκείνες μέρες του Ιουλίου-Αυγούστου 1974.

Με παραστατικό και γλαφυρό τρόπο αφηγείται τη συγκλονιστική περιπέτεια διαφυγής της με την οικογένειά της με τράκτορ στη β΄ εισβολή μέσω του φλεγόμενου Πενταδάκτυλου με προορισμό την Αμμόχωστο. Από εκεί πήγαν στην Ορμήδεια, στη Λευκωσία στη συνέχεια και τελικά κατέληξε να κτίσει σπίτι στη Λακατάμια.

Η κ. Χατζήμιχαηλ εργάστηκε δασκάλα στο Δημοτικό του Συνοικισμού Ανθούπολης στα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς κι έζησε από πρώτο χέρι τον ανείπωτο πόνο που βίωναν οι οικογένειες. «Όταν έρχονταν οι μανάδες να πάρουν το μεσημέρι τα παιδιά τους από το σχολείο, μαύριζε η αυλή», μας ανέφερε χαρακτηριστικά, καθώς υπήρχαν πολλές οικογένειες με νεκρούς ή αγνοούμενους της εισβολής. Ο πόνος περίσσευε, αλλά η αξιοπρέπεια των ανθρώπων δεν έλειπε…

Αναλυτικά τα όσα μας ανέφερε η κ. Χατζήμιχαηλ:

-Πώς ζήσατε τα τραγικά εκείνα γεγονότα της εισβολής και του ξεριζωμού από την όμορφη Ακανθού;

Σίγουρα άλλοι έζησαν χειρότερα τα γεγονότα από εμάς. Είναι ευλογία, όπως μου έλεγε και ο πατέρας μου ότι εμείς δεν είδαμε Τούρκο μπροστά μας. Ήταν μεγάλη υπόθεση, μια κοπέλα στα 21 της να μην «δώσει» πάνω σε Τούρκο εκείνες τις μέρες. Διότι έζησαν κοπέλες, όχι από το χωριό μου, από άλλα χωριά και συναδέλφους που το έζησαν αυτό.

-Εσείς φύγατε από την Ακανθού στη β΄ φάση της εισβολής…

Ναι, στη β΄ και δεχθήκαμε και το κύμα προσφύγων από την α΄ φάση της εισβολής. Ήταν άνθρωποι κυνηγημένοι που έμειναν και στα σπίτια μας. Είχαμε δυο κοπέλες στην αυλή μας που έμεναν με τους γονείς τους για λίγες μέρες, τις οποίες και να τις δω δεν θα τις αναγνωρίσω αφού δεν θυμάμαι τα χαρακτηριστικά τους. Ήταν συνέχεια σκυμμένες, γονατιστές, έκλαιγαν κι έλεγε η μάνα τους στη μάνα μου ‘αν ακούσεις κι έρχονται οι Τούρκοι, μην αφήσεις τις κόρες σου εδώ. Πάρτε και φύγε’.

Το χωριό μας ήταν απέναντι από τα τουρκικά παράλια κι ήμασταν οι πρώτοι που βλέπαμε τα καράβια που έρχονταν. Από την πρώτη εισβολή ως τη δεύτερη δεν κοιμηθήκαμε από την έγνοια μας. Κάποιος ήταν ξύπνιος και παρακολουθούσε. Βλέπαμε τα πλοία να πηγαίνουν προς την Κερύνεια στην πρώτη εισβολή. Η θάλασσα είχε μαυρίσει από τους καπνούς. Ήμασταν οι πρώτοι που είδαμε τα αεροπλάνα να έρχονται. Νόμιζες ότι αν άπλωνες την σκούπα στον αέρα θα τα κτυπούσες, τόσο χαμηλά πετούσαν. Όσο για να περάσουν πάνω από τις κορυφές του Πενταδάκτυλου.

Πάνω το προσκλητήριο για το γάμο που επρόκειτο να γίνει στην Ακανθού στις 25 Αυγούστου 1974… Κάτω, το προσκλητήριο για το γάμο που έγινε στην προσφυγιά λίγους μήνες μετά.

Εγώ ήμουν αρραβωνιασμένη κι είχαμε βγάλει προσκλητήρια για γάμο στις 25 Αυγούστου. Καλέσαμε και τον κόσμο και το σπίτι και η προίκα ήταν όλα έτοιμα… Ήταν ένα σπίτι αρχοντικό με 12 δωμάτια, το οποίο κτίστηκε για άλλο σκοπό. Ο αρραβωνιαστικός μου πήγε επιστράτευση. Γέμισαν δυο λεωφορεία Ακανθιώτες για να πάνε στις μονάδες τους. Ο άνδρας μου στάθηκε  τυχερός καθώς βρήκε νεκρό στρατιώτη, του έβγαλε το κράνος, το φόρεσε και σώθηκε γατί στην επόμενη μάχη μια σφαίρα κτύπησε στο κράνος και γλίτωσε.

Επιπλέον, είχαμε και την έγνοια μας στις φωτιές που προκαλούσαν οι Τούρκοι στη βόρεια πλευρά του Πενταδάκτυλου που ήταν καταπράσινη με τους βομβαρδισμούς τους. Ο λόγος ήταν για να πηγαίνει κόσμο να τις σβήνει και να μην πάει να πολεμήσει.

-Αυτά στην α΄ εισβολή. Στη β΄ φάση τι έγινε;

Έψαχνα τον άντρα μου που ήταν στο μέτωπο. Ήλθαν δυο στρατιώτες στο χωριό και έλεγε ο ένας ‘μην πεις τίποτα στην Ελένη’. Τους ρώτησα που βρίσκεται το στρατόπεδο του άνδρα μου και  μου είπαν στο ‘Οφκορος. Τότε έκανα πράγματα, τα οποία σήμερα δεν επιτρέπω σε άλλο να κάνει. Πήρα το μοναδικό ταξί στο χωριό και του είπα να με πάρει στο Όφκορος διασχίζοντας τον φλεγόμενο Πενταδάκτυλο.  Πήγα και τον βρήκα πάνω στο  φορτηγό και τον βρήκα χωρίς γυαλιά, τα οποία όπως μου ανέφερε, τα έχασε στη μάχη.  Ήταν η φάση όπου είχε κτυπήσει σφαίρα το κράνος του και σώθηκε, αλλά ο διπλανός του που δεν φορούσε κράνος σκοτώθηκε.

Πριν ακόμη ανακοινωθεί η έναρξη της β΄ φάσης, είχαμε αντιληφθεί τι επρόκειτο να γίνει. Έμενα στον πεθερό μου γιατί ο άνδρας μου ήταν μοναχοπαίδι και έκανα συντροφιά στην πεθερά μου αφού ο πεθερός μου πήγαινε να σβήσει φωτιές. Δεν κοιμηθήκαμε το βράδυ της 13ης Αυγούστου. Από τη μια κρατούσα το ραδιόφωνο κι από την άλλη το προσευχητάρι. Επικρατούσε φοβερά ανήσυχη ηρεμία. Άκουα στο ράδιο την εξέλιξη των συνομιλιών και γύρω στις 2:30-3:00 π.μ. είπε ότι οι Τούρκοι διέκοψαν τις συνομιλίες και έφυγαν. Λίγο μετά μας ξύπνησαν τα αεροπλάνα καθώς άρχισε η β΄ φάση της εισβολής, πριν ανακοινωθεί από το ραδιόφωνο. Τα πλοία τώρα αντί να στρέφονται προς την Κερύνεια, είχαν πορεία απέναντι από την Ακανθού. Τα αεροπλάνα ξεκίνησαν πάλι το καταστροφικό τους έργο. Κάθε «μπουμ» στην Κερύνεια ήταν σαν να γινόταν σεισμός. Λέω στην πεθερά μου να πάω να δω τι θα κάνουν οι γονιοί μου, θα φύγουμε ή θα μείνουμε. Πήγα και η μάνα μου είπε να πάμε σε ένα χωράφι με φουντωτές τερατσιές έξω από χωριό για να κρυφτούμε από τους βομβαρδισμούς. Η μάνα μου, για τα έξοδα του γάμου που είχαμε προγραμματίσει είχε πάει και πήρε από την τράπεζα 2-3 χιλιάδες λίρες, χωρίς να μας πει τίποτα. Και αυτά τα λεφτά χρειάστηκαν όταν γίναμε πρόσφυγες. Πήγαμε με τους γινείς μου στο χωράφι με τις τερατσιές και με κλαδιά που κόψαμε καλύψαμε το τράκτορ. Σημειώνεται ότι τα πεθερικά μου δεν ήλθαν μαζί μας. ‘Είμαστε γέροι εμείς, τι θα μας κάνουν’, μου είπε η πεθερά μου. Ήμασταν τρεις αδελφές και μια ξαδέλφη και οι γονείς μου. Η ξαδέλφη μου κάθε λίγο ανέβαινε στη χαρουπιά και έβλεπε τι γινόταν. Σε μια φάση μας λέει ότι φεύγει το χωριό.

Η βάπτιση άρον-άρον των νεογέννητων

Στην Ακανθού είχαν πει ότι έσπασε η γραμμή άμυνας και έπρεπε να  φύγουμε. Η παπαδιά τότε, γυρνούσε το χωριό κι έλεγε ‘φέρτε τα μωρά τα αβάπτιστα να τα βαπτίσουμε’. Οκτώ μωρά τότε βαπτίστηκαν στην εκκλησία του Χρυσοσώτηρος, πέντε αγόρια και τρία κορίτσια σε δυο διαφορετικές κολυμβήθρες. Βαπτίστηκαν χωρίς και τους δυο γονείς τους, οι πατέρες ήταν στρατιώτες και δεν ήξερες αν  ζούσαν. Στην ανάγκη βρέθηκαν νονοί εκείνη την ώρα, καθώς μόνο δυο ήταν οι νονοί που είχαν προγραμματίσει οι γονείς των βρεφών. Έβγαζε ο κόσμος τους σταυρούς από πάνω του για να βαπτίσουν τα μωρά…

Η φυγή με κάθε μέσο και άδεια χέρια

Αφού βάπτισαν έφευγε ο κόσμος με ό,τι είχε. Λεωφορεία, φορτηγά, καρότσες, τράκτορ. Κι αυτοί που δεν είχαν μέσο  στριμώχνονταν  σε άλλα μεταφορικά μέσα χωριανών. Έπαιρναν μαζί τους κάποιο ρούχο, καμιά κουβέρτα,  σεντόνι. Τίποτα άλλο. Μια γειτόνισσα χαρακτηριστικά μου είπε ότι μόλις είχε πλύνει τα ρούχα των πέντε μωρών της και όταν δόθηκε εντολή να φύγουν πήρα τα ρούχα βρεμένα, τα έβαλε σε καλάθια και τα στέγνωσε στο Δασάκι της Άχνας… Μια άλλη χωριανή είχε ετοιμάσει γιορτή της Παναγίας (η επόμενη ήταν 15 Αυγούστου), άναψε φούρνο και έφυγε και τα άφησε. Εγώ μέσα στον πανικό που επικρατούσε, πήγα στο σπίτι κι άρπαξα μια φούστα και μια μπλούζα από το τέλι κι έφυγα.

Ο πατέρας μου συμφώνησε να φύγουμε αλλά είπε να πάμε πρώτα πίσω στο χωριό, να ταΐσουμε τα ζώα και μετά. Στο χωριό μου, ήταν δύσκολο να οδηγήσεις τράκτορ, λόγω της ιδιομορφίας του εδάφους που είχε πλαγιές, ανηφόρες, κατηφόρες. Εγώ όμως έμαθα να οδηγώ, παρόλο που ήμασταν σε μια αυστηρή κοινωνία που παρεξηγούσε τις κοπέλες που έκαναν ανδρικές δουλειές. Ο πατέρας μου που δεν είχε γιο και το είχε καημό, με έμαθε να οδηγώ τράκτορ και βοηθούσα στις δουλειές. Η μητέρα μου τότε, άρπαξε τα κλειδιά και μου είπε «Ελένη οδήγα τώρα, άσε δαμέ τον παπά σου’. Ο οποίος, όπως ανέφερα, ήθελε να πάει πίσω να ταϊσει τα ζώα. Κι εγώ διερωτώμαι τώρα, πως κατάφερα να οδηγήσω-παρόλο που ήξερα, σε τέτοια κατάσταση που επικρατούσε, μe γεμάτους τους δρόμους και σε κάθε βόμβα που έπεφτε να τραντάζεται το τράκτορ. ΄Έκανα το σταυρό μου κι ανέβηκα στο τράκτορ. Ήμασταν οι τρεις αδελφές, η μάνα μου και η ξαδέλφη μου. Μόλις ανεβήκαμε στον άσφαλτο, είδαμε ότι ερχόταν πίσω μας ο πατέρας μου. Η μάνα μου είπε να μη  δώσω το τιμόνι στον πατέρα και να οδηγήσω εγώ. Ήμουν τότε πρωτοδιόριστη δασκάλα, 21 χρόνων. Καλά και  βρήκα τη δύναμη. Δίπλα μας τα πολεμικά πλοία, από πάνω τα αεροπλάνα και οι δρόμοι γεμάτοι από πανικόβλητο κόσμο. Τώρα που το σκέφτομαι, ο νους μου σταματά…Κάθε «μπουμ» έπεφτα παγκέτο. Δίπλα ο πατέρας μου στεκόταν και βοηθούσε.

Διαφυγή μέσω καμένης γης

Ο στόχος μας ήταν να πάμε στο Βαρώσι κι είδαμε δυο επιλογές πηγαίνοντας ανατολικά προς Απόστολο Ανδρέα. Ή να ανέβουμε στην Καντάρα μέσω του Φλαμουδιού ή μέσω του Δαυλού. Ο πατέρας μου είπε ότι ο δρόμος του Φλαμουδιού ήταν δύσκολος κι έπρεπε να πάμε από τον Δαυλό. Ανεβαίνοντας το βουνό είδαμε καπνούς, ομίχλη δεν ξέραμε ακριβώς… Φτάσαμε μπροστά σε πυρκαγιά, της οποίες το μεγάλο κύμα είχε περάσει. Πίσω μας ακολουθούσαν κι άλλοι. Σταματήσαμε, τα κάρβουνα κάλυπταν το δρόμο. Μας έπαιζαν ‘πουρούες’ από πίσω κι ο πατέρας μου τους εξηγούσε. Δεν ήταν μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Ήταν κυριολεκτικά μπρος χάος και πίσω χάος… Αργότερα μάθαμε ότι είχε πέσει τούρκικο αεροπλάνο και πήρε φωτιά το δάσος. Δεν θα ξεχάσω την εικόνα των πουλιών να γυρίζουν πάνω από τη φωτιά και να βλέπουν τις φωλιές με τα μικρά τους να καίγονται. Ήταν ένα θέαμα με μακάβρια επιθανάτια πομπή.

Όταν κάθισε λίγο ο καπνός έπρεπε να αποφασίσουμε. Θα  γυρίσουμε πίσω ή να προχωρήσουμε. Εγώ είπα στον πατέρα μου ‘εγώ δεν κάνω τίποτα, ως εδώ ήταν η αποστολή μου’. Ο πατέρας μου είπε να προχωρήσουμε κι εμείς μείναμε αποσβολωμένοι. Ξέρεις τι θα βρεις στην επόμενη στροφή; Ο πατέρας μου ήταν έξυπνος και μπορώ να πω ότι ήταν ο πιο ‘καπάτσος’ στο χωριό. Ήταν μηχανικός κι έβρισκε λύσεις. Μας είπε να φουσκώσουμε μα νερό τις φανέλες μας και να τις βάλουμε στα μούτρα μας για να προστατευθούμε από τον πυκνό καπνό. Είχαμε κάποιες παλιοσακούλες στην άμαξα και μας είπε να τις βάλουμε από πάνω μας για να προφυλασσόμαστε. ‘Ελένη, μου είπε, διάβασε το προσευχητάρι’. Ήταν θρήσκος ο πατέρας μου, όπως και όλη η οικογένεια. Από που να διαβάσω; Από τη Μεγάλη Παρασκευή. Διάβασα και ξεκινήσαμε προχωρώντας μέσα σε εκείνο το χάος. Το λέω τακτικά όταν με καλούν στα σχολεία: Δεν ξέρω πως είναι η κόλαση, αλλά εγώ την έζησα. Να στρίβεις και να κρατάς την αναπνοή σου. Τι θα βρούμε; Εκείνο το αεροπλάνο που είχε πέσει;  Κορμό δένδρου πεσμένο; Από τη μια κι από την άλλη γκρεμοί… Κάπου θυμάμαι βρήκαμε ένα κορμό και με ακροβατικές ενέργειες, χωρίς να κατέβουμε, ο πατέρας μου με την βοήθεια μας,  τον κρατούσαμε από τα πόδια μην πέσει, τον έσπρωξε κι έπεσε στο γκρεμό. Μέσα στους καπνούς, σιγά-σιγά και ψάλλοντας ανεβήκαμε στην Καντάρα. Τότε με την ξαδέλφη μου, γυρίσαμε πίσω και βλέποντας από κάτω το χωριό μας είπαμε ταυτόχρονα, λες κι ήμασταν συνεννοημένες, ‘αλίμονο πατρίδα μας, αν θα σε ξαναδώ’… Ήταν η πιο οδυνηρή στιγμή και η πιο  συμπυκνωμένη φράση που βγήκε από το στόμα μας. Δεν ήξερα ούτε τι είχαν γίνει τα πεθερικά μου, ούτε για τον άντρα μου που ήταν στο στρατό. Παγώσαμε, ούτε καν κλαίγαμε… Βλέπαμε τη στιγμή εκείνη, πώς θα σωθούμε, δεν σκεφτόμασταν το αύριο.

Δελτάρια του Ερυθρού Σταυρού με τα οποία επικοινωνούσε η οικογένεια της κ. Χατζήμιχαηλ με τα πεθερικά της που κρατούνταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γύψου.

Έρχονταν κι άλλοι πίσω μας και αυτό ήταν παρήγορο. Σταματήσαμε στο πρώτο χωριό, τα Άρδανα. Ο κόσμος εκεί βρισκόταν στους καφενέδες, δεν είχε χαμπάρι τι γινόταν. Τι πάθατε μας έλεγαν… Σταματήσαμε μπροστά σε μια αυλή, πήραμε το λάστιχο με το νερό, χωρίς να ρωτήσουμε και πλυθήκαμε. Ανεβήκαμε ξανά στο τράκτορ και ο πατέρας μου είπε να διαβάσω πάλι προσευχή. Περνούσαμε τη μέρα των Παθών. Φτάσαμε έξω από την Αμμόχωστο.  Η ξαδέλφη μου παρατήρησε ότι υπήρχαν δυο πλοία πολεμικά στη θάλασσα της Αμμοχώστου. Ο κόσμος έφευγε, όπως εμείς, από την Καρπασία, από τη Μεσαορία. Από μια μεγάλη έκρηξη, που λέω ότι ίσως να έριξε βολή το πλοίο, πέσαμε στο χαντάκι. Κτυπήθηκε ο δρόμος και πίσω μας έγιναν καράμπολες με τα οχήματα. Πεταχτήκαμε όλοι κάτω. Όλοι έβλεπαν αν έπαθε τίποτα το όχημα, αν έπαθε κάποιος κάτι. Αν ήταν όλα εντάξει, προχωρούσαμε, έστω με κτυπημένα μεταφορικά μέσα. Σπρώξαμε το τράκτορ και βγήκαμε στο δρόμο. Με παρότρυνση του πατέρα μου συνέχισαν να διαβάζω από το προσευχητάρι. Καταλήξαμε στο Α΄ Δημοτικό Παραλιμνίου.  Κάθισα σε έναν ευκάλυπτο κι από το άγχος, την αγωνία και το στρες έκανα ξανά εμετό… Είχα μια δασκάλα συμμαθήτρια μου και είπα στις άλλες κοπέλες να πάνε να τη βρουν για να έλθει να μας βοηθήσει, να μας περιποιηθεί λίγο. Ήλθε η κοπέλα με τον πατέρα της και μας πήραν σπίτι τους, μακάρι να είναι καλά τα πλάσματα. Μας έδωσαν νερό και πετσέτες να πλυθούμε και μας έβαλαν να φάμε. Έφεραν και χαλλούμι και η μάνα μου τότε μας είπε ’δεν θα φάμε χαλλούμι, παραμονή Δεκαπενταύγουστου, είναι νηστεία’. Κι εμείς νηστεύουμε μας είπαν οι άνθρωποι, αλλά επειδή ήσασταν ταλαιπωρημένοι είπαμε να φέρουμε και χαλλούμι. Τελικά δεν φάγαμε χαλλούμι, φάγαμε νηστήσιμα γιατί όπως είπε και η μητέρα μου εδώ είναι που χρειάζεται να ακολουθούμε την πίστη μας.

Όλη νύχτα εκεί στην αυλή πρώτα και μετά στο περιβόλι των ανθρώπων, ακούαμε από εκείνα τα πλοία στην Αμμόχωστο ακατανόμαστες βρισιές από μεγάφωνα στα ελληνικά. Ντρέπομαι να πω τις βρισιές. ‘Θα βγούνε έξω, θα κάνουμε  αυτό κι εκείνο στις κόρες σας’, έλεγαν. Ο πατέρας μου πανικοβλήθηκε. Παιδιά ήλθαμε από την Ακανθού, μέσα από την κόλαση και θα χάσω τις κόρες μου εδώ; Πέστε μου πού μπορώ να πάω για να σωθούμε, ρώτησε. Πέρασε όλο τη νύκτα με αυτό το ερώτημα κι έλεγε ότι δεν μένει άλλο βράδυ εκεί. Κάποιος μας είπε ότι μόνο στις Αγγλικές βάσεις θα γλιτώσουμε. Μας έδωσαν οδηγίες για το πώς θα φτάσουμε, όλο παραλία, και όταν δούμε ταμπέλα που έλεγε για Ξυλοφάγου, Ορμήδεια, τότε να σταματούσαμε. Δεν ξαναπήγαμε εκεί, πρώτη φορά. Βρήκαμε τον ποταμό του Λιοπετρίου και οι ψαράδες ξεψαρίζαν. Παιδιά, τι γίνεται, σε άλλη χώρα είμαστε; Εκεί, στο βορρά, γινόταν χαμός τους είπαμε. Στη Ξυλοφάγου μας είδε  ευτυχώς ένας χωριανός. Μας ρώτησε που πάμε και του είπαμε στην Ορμήδεια, στην εκκλησία του χωριού. Εκεί συναντηθήκαμε και με τα πεθερικά μου. Μείναμε στην εκκλησία τρεις μήνες. Κοιμόμασταν κάτω στο έδαφος, κάπου 60 άτομα.

Εκεί χρειάστηκαν τα λεφτά που είχε μαζί της η μάνα μου. Πήγε στη Λάρνακα κι αγόρασε τα απαραίτητα για να ζήσει κανείς υποφερτά. Γκάζι, μαγειρικά σκεύη, λάδι. Φτιάξαμε πρόχειρο υποστατικό για να προστατεύεται η φωτιά του γκαζιού , το οποίο δούλευε 24 ώρες το 24ωρο. Όλες οι γυναίκες έρχονταν για να βράσουν λίγο γάλα για τα παιδιά τους. Ρωτούσαν τη μητέρα μου αν μπορούσαν. Μη με ρωτάτε μάνα μου, τους έλεγε. Βεβαίως μπορείτε, απλά κρατάτε μια σειρά. Υπήρχαν και στρατιώτες εκεί και η μάνα που τηγάνισε αυγά και πατάτες. Έπεσαν όλοι με τα μούτρα στο φαγητό, χωρίς πιρούνια, πού να βρεθούν για όλους… Τότε η αδελφή μου είπε στη μάνα μου ότι έφερε μαζί της κάτι καπνιστομέρριχα που ήταν για την προίκα μου κι ένα λευκαρίτικο τα οποία σώθηκαν και τα έχω στο σπίτι μου.

Τα καπνιστομέρριχα που διασώθηκαν από την Ακανθού, τα οποία ήταν προίκα γα τον επικείμενο γάμο που δεν έγινε στις 25 Αυγούστου 1974…

-Από εκεί πώς καταλήξατε στη Λακατάμια;

Να αναφέρω ότι πριν την εισβολή ο άντρας μου  ήλθε σε συμφωνία με επενδυτές για να πουλήσουμε ένα μεγάλο κομμάτι χωράφι δίπλα στην θάλασσα στην Ακανθού. Για αντάλλαγμα θα μας έδιναν σπίτι στη Λευκωσία, το οποίο επιλέξαμε και βρισκόταν στην  Παλλουριώτισσα. Πήραμε μάλιστα και κάποια μικροέπιπλα μέσα.  Ήταν μεν μικρό, αλλά κτισμένο σε μεγάλο οικόπεδο. Θυμηθήκαμε λοιπόν ότι ήταν δικό μας το σπίτι και πήγαμε έτσι από την Ορμήδεια στη Λευκωσία 22 άτομα και μπήκαμε στο σπίτι. Κοιμόμασταν άλλοι στα κρεβάτια, άλλοι χάμω κι άλλοι στις βεράντες έξω αφού ήταν καλοκαίρι. Πέρασαν καμιά 15αριά μέρες κι ήλθε ο ιδιοκτήτης, ο οποίος μόλις με είδε συγκινήθηκε και λέει ‘Ελένη, εσύ μένεις εδώ; Δεν είναι δικό σας, να το ξέρεις γιατί ατυχήσαμε όλοι και  δεν υπογράφηκαν τα σχετικά έγγραφα για ολοκλήρωση της συμφωνίας και μεταβίβαση των περιουσιών. Για μένα είναι υπέρ μου η υπόθεση αφού δεν έχασα την περιουσία μου’, είπε. Να αναφέρω ότι η πράξη δεν ολοκληρώθηκε γιατί ο άνδρας μου πήγε τη μέρα του πραξικοπήματος στη Λευκωσία για υπογραφές και μεταβίβαση, αλλά λόγω των γεγονότων δεν έγινε τίποτα. Ο ιδιοκτήτης με ρώτησε αν μας πληρώνει ενοίκιο η κυβέρνηση. Απάντησα αρνητικά και μου είπε καθόσον δεν σας πληρώνει, δεν θέλω λεφτά. Όταν σας δώσει κάτι για ενοίκιο, μου το δίνετε. Μετά από μερικούς μήνες, παίρναμε κάτι από την κυβέρνηση και το δίναμε στον άνθρωπο. Εμείς στη συνέχεια φύγαμε από εκεί αλλά οι γονείς μας έμειναν ακόμη μερικά χρόνια.

Είχα ένα γείτονα ο οποίος ήταν Λακαταμίτης κι είχε κατάστημα κοντά στο σπίτι που μέναμε. ‘Εσένα θα σε κάνω Λακαταμίτισσα’, μου είπε. Του απάντησα αν βρει κανένα παλιό σπίτι, χωρίς να χρειάζονται πολλά λεφτά, γιατί όχι. Με τον άντρα μου παντρευτήκαμε εννιά μήνες μετά την εισβολή και για ξημέρωμα ήταν φυσιολογικό ότι δεν πήραμε πολλά. Ακόμη κι εκείνες οι 2-3 λίρες που μας έδινε ο κόσμος για ξημέρωμα, ήταν υπέρβαση για τους ανθρώπους σε εκείνη τη δύσκολη εποχή. Το ευτύχημα ήταν ότι είχαμε πολλούς πλούσιους συγγενείς στο εξωτερικό. Έτσι, το μισό ποσό από το ξημέρωμα προερχόταν από συγγενείς. Ο φίλος μου ο Λακαταμίτης λοιπόν μου υπέδειξε αυτό το οικόπεδο (σ.σ. Βρίσκεται επί της οδού Γρίβα Διγενή 17, πλησίον από το Γ΄ Δημοτικό Λακατάμιας). Δεν είχαμε τόσα λεφτά να το πάρω και είπα στην αδελφή μου να αγοράσουμε από μισό. Έτσι κι έγινε. Ήλθαμε να κτίσουμε και δεν είχε άλλο σπίτι κοντά μας. Ήταν ο σκουπιδότοπος της Λακατάμιας, εδώ δίπλα στον ποταμό Πεδιαίο. Βγάλαμε τα σχέδια και ξεκίνησαν οι  εργασίες. Ο άνθρωπος που άνοιξε τα θεμέλια τα έκανε τόσα μεγάλα, ώστε ο άνθρωπος που ήλθε για το κουγκρί μας είπε ότι αν δεν θέλουμε να πληρώσουμε πολύ περισσότερα λεφτά σε κουγκριά, πρέπει να βάλουμε πέτρες μέσα στους θεμελιούς. Μας υπέδειξε ότι δίπλα στο Γ΄ Δημοτικό είχε μεγάλες πέτρες (τσακκίλες) διότι εκεί ήταν η παλιά κοίτη του ποταμού. Ανέλαβα εγώ τη δουλειά και με το τράκτορ και μια κασόνα μετέφερα πέτρες. Βοηθούσαν άλλοι τις κατεβάζαμε και συνεχίζαμε.

Κτίσαμε σιγά-σιγά το σπίτι, αρχικά όσο για να μπούμε μέσα, να είναι κατοικήσιμο. Έτσι, το 1978 ζήτησα μετάθεση να έλθω σε σχολείο της περιοχής. Μου είπαν ότι θέλουν δυναμικούς δάσκαλους για να μπορέσουν να βοηθήσουν το σχολείο τη Ανθούπολης. Ο Συνοικισμός είχε αρχίσει να κατοικείται από το 1977 κι όταν ήλθα το 1978 το σχολείο είχε μόνο το σημερινό Β΄ κύκλο ως κτήρια. Κι ήταν όλες οι τάξεις εκεί. Δούλεψα δυο χρόνια σε εκείνο το σχολείο, το οποίο δεν αρκούσε για να χωρέσει όλους τους μαθητές. Τη δεύτερη χρονιά το πρόβλημα έγινε μεγαλύτερο κι είπα πρέπει να βρούμε άλλους χώρους. Πού θα πηγαίναμε όμως; Διάλεξαν δυο καταστήματα στην Ανθούπολη, εκεί που είναι το εργοστάσιο Talbot …Πήγαν δυο όμοιες τάξεις, όχι οι Α΄, Β΄ και Στ΄, αλλά από τις μεσαίες. Δεν αποφάσιζε κανένας δάσκαλος και εγώ προσφέρθηκα να πάω. Ήλθε ακόμη ένας δάσκαλος κι αναλάβαμε από μια τάξη. Μοιραστήκαμε τα μαθήματα ώστε να μη χρειάζονται να έλθουν άλλοι δάσκαλοι. Δεν υπήρχαν ούτε κουδούνια, κι εμείς με το σφυρί δίναμε το σύνθημα για διάλειμμα ή έναρξη του μαθήματος.  Τα παιδιά ψώνιζαν από την καντίνα του εργοστασίου παπουτσιών.

Ανοίχθηκε στη συνέχεια μια διαθήκη στην Ελλάδα ενός δικηγόρου ο οποίος πέθανε. Άφηνε 600 χρυσές λίρες -τότε ήταν 40.000 λίρες Κύπρου- για να κτιστεί ένα σχολείο σε ένα συνοικισμό, ο οποίος έχει βεβαρημένα περιστατικά. Ο Συνοικισμός Ανθούπολης ήταν από τους πρώτους που κτίστηκαν, μαζί με το Στρόβολο ΙΙΙ. Και για να πάρει κάποιος σπίτι έπρεπε να είχε νεκρό στην εισβολή, αγνοούμενο ή να έχει πολλά παιδιά. Έτσι, ο Συνοικισμός επιβαρύνθηκε με όλα τα προβλήματα που δημιούργησε η τουρκική εισβολή. Ο πόνος υπέρ-περίσσευε στην Ανθούπολη. Το σχολείο συμπληρώθηκε θα έλεγα με την προσθήκη του σημερινού Α΄ κύκλου και φέρει το όνομα του ευεργέτη. Στα εγκαίνια ήλθε και η οικογένεια του δωρητή και ήταν πολύ συγκινητικό γιατί είδαν ότι τι κληροδότημα του δικού τους ανθρώπου πήρε σάρκα και οστά. Έγινε μια ωραία γιορτή προς τιμή της οικογένειας. Το Σχολείο της Ανθούπολης ήταν το πρότυπο γιατί η κυβέρνηση έφερνε τους ξένους που έρχονταν και που βοηθούσαν οικονομικά να δουν πως αξιοποιούνται οι εισφορές και ποιο είναι το δράμα του λαού στους προσφυγικούς συνοικισμούς.

Τι είναι αυτά που θυμάστε στα δύσκολα εκείνα χρόνια από τα παιδιά του Δημοτικού;

Θυμάμαι πρώτα απ΄ όλα όταν έρχονταν οι μανάδες να πάρουν τα παιδιά από το σχολείο η αυλή ήταν ολόμαυρη… Θυμάμαι ακόμη όταν πηγαίναμε εκδρομή, κάποια παιδιά έλεγαν ‘η μάμα μου είπε ότι ζαλίζομαι και δεν θα πάω’. Ρωτούσαμε αν πράγματι ζαλίζεται. Ρωτούσαμε αν είναι θέμα οικονομικό, να πληρώσει το σχολείο την εκδρομή. Μπορεί να υπήρχε αβάσταχτος πόνος, αλλά υπήρχε και αξιοπρέπεια στον κόσμο. Πρόσφυγες με όλα τα βάσανα, με νεκρούς ή αγνοούμενους, αλλά δεν τους έλειψε η αξιοπρέπεια. Όταν μια μέρα πήγε μια δασκάλα να αγοράσει υλικά για να κάνουν σάντουιτς για ένα παιδί για την εκδρομή, ήλθε η μητέρα και μας είπε ‘δεν επαιτούμε. Τα παιδιά να μάθουν ότι αυτά έχουμε, με αυτά να περάσουν’. Της είπα ‘μάνα μου πρέπει να πάει εκδρομή το μωρό. Θα κάνουμε και μάθημα στην εκδρομή. Κι αυτό ήταν ένα παράδειγμα, κάθε μέρα είχαμε τέτοια.

Τάξη με 13 παιδιά αγνοούμενων

 Άλλο παιδί έδερνε συμμαθητές του. Διερωτώμασταν γιατί. Έβγαζαν το θυμό τους, το άχτι τους που λέμε, την επιθετικότητα τους στην τάξη. Ήταν τότε που αρχίσαμε να πηγαίνουμε στα σπίτια ορισμένων οικογενειών. Έλεγα στο παιδί να αναφέρει στη μάνα του ότι θα πάω το απόγευμα σπίτι τους να τη γνωρίσω, διότι δουλεύει και δεν ήλθε να με ρωτήσει για  την πρόοδο του. Πήγα σπίτι του παιδιού και παρακολουθούσα. Έβλεπα ότι όταν έβγαινε έξω να παίξει με άλλα παιδιά, αυτά τον κοροϊδεύαν. Ή γιατί δεν είχε πατέρα, ή γιατί είχε αδελφό με ειδικές ανάγκες. Το πρωί στο μάθημα εκδικείτο όσους τον κοροϊδεύαν. Αυτές οι συμπεριφορές μας έγιναν βίωμα. Έβλεπες τα παιδιά να συμπεριφέρονται ανορθόδοξα στην τάξη και γι΄ αυτό κάτι δεν πήγαινε καλά. Είχα μια τάξη με 13 παιδιά των οποίων γονείς ήταν αγνοούμενοι. Οι μητέρες χρειάζονταν στήριξη για λόγου τους. Πηγαίναμε να χαϊδέψουμε τα παιδιά και ‘συντρομάσσονταν’. Φοβόντουσαν. Λέω σε μια μητέρα ‘χάιδεψες αυτό μωρό;’ Όχι, μου λέει, δεν μπορώ να χαϊδέψω κανένα. Έχασαν τον άντρα μου, δεν μπορώ. Και της λέω αυτό το μωρό θα μείνει χωρίς στοργή, χωρίς συναισθήματα; Θα γίνει αγρίμι.

Ή ακόμη μανάδες μας έλεγαν ότι  δεν μπορούσαν να διαβάσουν στα παιδιά τους. Εντάξει, θα έρχομαι εγώ σπίτι να διαβάζω έλεγα. Υπήρχαν οικογένειες που βοηθούσαν στο διάβασμα παππούδες, γιαγιάδες και θείοι. Υπήρχαν όμως μερικά παιδιά πολύ αδικημένα. Έτσι, μερικοί δάσκαλοι που έκαναν υπέρβαση, πηγαίναμε στα σπίτια των παιδιών και τα καλοπιάναμε αγοράζοντας τους παγωτό ή κάτι άλλο για να γίνουμε φίλοι και να καθίσουμε να διαβάσουμε μαζί. Και να μας υπακούουν και στην τάξη. Υπήρχε μάνα που ερχόταν να φέρει το πρωί το παιδί της και έβαζε στο συρτάρι μου σοκολάτες για να καλοπιάνω το μωρό. Αυτό το παιδί δυσκολεύθηκε να μάθει να διαβάζει κι όταν λέγαμε τη λέξη ‘πατέρα’ αναστωνόταν. Πόσα παραμύθια να του πουλήσουμε… Θα έλθει μάνα μου του λέγαμε ο πατέρας σου.  Τα πρώτα χρόνια παίξαμε λίγο με τα αισθήματα των μωρών και του κόσμου. Υπήρχε μωρό που έμαθε να διαβάζει και δεν άκουσα τη φωνή του. Καταλάβαινα ότι έμαθε να διαβάζει επειδή έδινα φυλλάδιο με ασκήσεις και τις έλυνε. Παρά τα τόσα προβλήματα οι αρχές του λαού μας διατηρήθηκαν. Δίναμε συσσίτιο και δυο κοριτσάκια θυμάμαι έσπρωχνε η μια την άλλη κι έλεγε ‘μόνο το κουλούρι θα πάρουμε σήμερα, όχι το τυρί και το σαλάμι. Είναι Τετάρτη και νηστεύουμε. Έδωσα μπράβο στις μητέρες και ρώτησα πώς τα αντικαθιστούν αυτά που δεν μπορούν να φάνε τα παιδιά. Μου είπαν ότι έκαναν εληόπιτες.

Αλλά και το κράτος εκείνη την περίοδο ήταν λίγο σκληρό με αυτές τις οικογένειες. Μια γυναίκα, χήρα με δυο παιδιά, βρήκε ένα μωρό να προσέχει σπίτι τους. Αλλά θα έχανε το επίδομα της κυβέρνησης. Δεν έπρεπε να δουλεύουν. Κινδύνευσαν να γίνουν τραγικά δυστυχήματα γι αυτό. Όταν πήγαιναν υπάλληλοι του Γραφείου Ευημερίας να δουν αν είναι σπίτι οι οικογένειες, αν δουλεύουν, οι γυναίκες, από τη βεράντα του διαμερίσματος έδιναν το μωρό που πρόσεχαν στο διπλανό διαμέρισμα με ένα κενό στη μέση και με σοβαρό κίνδυνο να τους πέσει το παιδί… Έκανα προσωπικά παράπονο στην Υπηρεσία λέγοντας αφήστε τον κόσμο να δουλέψει, τι θα πάρει παραπάνω; Ένα 15λιρο το μήνα. Και γι΄ αυτό το λόγο θα τους αποκόψετε το επίδομα;

-Πόσα χρόνια ήσασταν δασκάλα στην Ανθούπολη;

Συνολικά έξι χρόνια. Δυο στο κοινό σχολείο και τέσσερα όταν λειτούργησε με δυο κύκλους. Στη Λακατάμια εργάστηκα επίσης στο Γ΄ και στο Δ΄ Δημοτικό Σχολείο.

-Εκτός από δασκάλα ήσασταν ενεργά αναμεμειγμένη στα της εκκλησίας. Κι όπως είχατε αναφέρει με δική σας εισήγηση δόθηκε το όνομα Μεταμορφώσεως του νΣώτηρος στον Ναό της Ανθούπολης. Πώς έγινε αυτό;

Είχα προπαίδεια από το σπίτι αλλά και στο σχολείο για την εκκλησία. Ασχολούμουν με το κατηχητικό, με κατασκηνώσεις κ.α. Η πρώτη μου κίνηση είναι ότι όσες βοήθειες κι αν σου δώσει ο κόσμος, η βοήθεια του Θεού και η εσωτερική ψυχολογική ηρεμία μέσω της εκκλησίας είναι αυτά που θα σε ανεβάσουν. Ο άνθρωπος θα σου πει μια καλή κουβέντα και θα φύγει. Τα χρήματα που θα σου δώσει θα τα ξοδεύσεις την άλλη μέρα. Αν μάθεις να έχεις αυτοκυριαρχία, και να βοηθάς τον εαυτό σου μέσω προσευχής, μέσω μελέτης χρήσιμων πραγμάτων, να προσφέρεις στο συνάνθρωπο, τότε είναι διαφορετικά…

Στην Ανθούπολη κτίστηκε λυόμενη εκκλησία πρώτα, η Ειρήνης Χρυσοβαλάντου. Την μεγάλη εκκλησία την έκτισε ο κόσμος, οι πρόσφυγες οι ίδιοι. Διοργάνωναν παζαράκι έξω από την εκκλησία και με προσφορά αγαθών τα οποία πουλούσαν ή και δωρεές μάζεψαν χρήματα. Εγώ έκανα κατηχητικό στην εκκλησία. Οι άνθρωποι της, οι επίτροποι συζητούσαν για το όνομα που θα φέρει η εκκλησία. Στο Συνοικισμό υπήρχαν άτομα από 80 και πλέον κοινότητες της Κύπρου. Οι Μορφίτες ήθελαν τον Άγιο Μάμα, άλλοι ήθελαν το όνομα της εκκλησίας του χωριού τους κ.λ.π.  Τους είπα ‘σας παρακαλώ κύριοι έχουμε κατηχητικό και ακούγεστε’. Μιλούσαν σιγά για λίγο αλλά και πάλι φώναζαν, σε σημείο αντιπαράθεσης. Έβαλα το σταυρό μου και πήγα κοντά τους. ‘Παιδιά τι συζητάτε, όλοι Άγιοι είναι σίγουρα κατώτεροι από το Χριστό. Ονομάστε την εκκλησία Μεταμόρφωση του Σωτήρος, μπας και μεταμορφώσει και την κατάσταση της πατρίδα μας. Βγάλτε την εκκλησία του Χρυσοσώτηρος. Έγινε αποδεκτό και μόλις τέλειωσε η εκκλησία, ένας συγχωριανός μου έκανε την εικόνα του Χρυσοσώτηρος αντίγραφο. Αυτή  που είναι τώρα στην εκκλησία.

Πίνακας της εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στην Ακανθού, ζωγραφισμένος από το σύζυγο της κ. Ελένης, Σωτήρη Χατζήμιχαηλ

Όπως μου είχε πει ο μακαρίτης ο Κοσιάρης, πατέρας του Σάββα Κοσιάρη, ο οποίος ήταν καντηλανάφτης στην εκκλησία, άκουσε φωνή του Χρυσοσώτηρος που του είπε ‘σήκω πάνω κι έρχομαι στην εκκλησία και δεν έχει κανένα να μου ανοίξει’ καθώς είχαν συνεννοηθεί να φέρουν την εικόνα από τα Λατσιά το απόγευμα, αλλά για κάποιο λόγο ξεκίνησαν να τη φέρουν λίγο μετά το μεσημέρι. Ήταν με θαυμαστό τρόπο που έγινε αυτό. Δεν έδωσα εγώ το όνομα.

-Τι είναι η Ακανθού για σας;

Είναι παράδεισος. Δεν πήγα αλλά ούτε κι έφυγα…Τώρα έχω μια επιθυμία να πάω γιατί απ΄ ότι είδα σε βίντεο που μου έφερε η οικογένεια, χαλούν το σπίτι μας. Για δυο χρόνια υπήρχε ταμπέλα ότι πωλείται. Είμαστε μακριά από τα αστικά κέντρα, μια κλειστή κοινωνία και οι χωριανοί δεν παντρεύονταν μη Ακανθιώτη. Σπάνια να γίνει αυτό. Θυμάμαι μάλιστα ήλθαν από άλλα χωριά να με ζητήσουν και η μάνα μου έλεγε ‘τι έχει η Ελένη, είναι κουτσή ή στραβή και θα την πάρουμε σε άλλο χωριό’. Όταν δε παντρέψαμε την αδελφή μου με μη Ακανθιώτη, μετά την εισβολή, η μάνα μου αρρώστησε. Η νοοτροπία μας ήταν αλληλοβοήθεια, την οποία δεν βρίσκεις πουθενά. Η εκκλησία του Χρυσοσώτηρος στην Ακανθού ήταν πάμπλουτη, όχι σε ρευστό, αλλά σε περιουσίες. Ο κόσμος έκανε τάματα και έδινε στην εκκλησία.

ελτάρια με τα οποία επικοινωνούσαμε με τους δικούς μαςστη Γύψου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Ελένη  Χατζημιχαήλ γεννήθηκε στην  κατεχόμενη  από τους Τούρκους Ακανθού της  Κύπρου .

Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και εργάστηκε ως δασκάλα στα δημοτικά σχολεία. Στη συνέχεια πήρε πτυχίο παιδαγωγικών από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και μεταπτυχιακό τίτλο Μ.Α. στη γλώσσα και τον πολιτισμό από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Υπηρέτησε  ως Σύμβουλος επιθεωρήτρια στα Δημοτικά Σχολεία.

Ασχολείται με τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα την παιδική και έργα της έχουν βραβευτεί σε πολλούς διαγωνισμούς όπως : Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού Νεανικού Βιβλίου, Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά Αθηνών , Εταιρ.  Χριστ. Γραμμάτων Αθήνας , Πανελλήνια  Ένωση Λογοτεχνών, ΕΠΟΚ Κύπρου και Ελλάδας,  ΡΙΚ, ΣΙΜΑΕ, και άλλους.

Συνεργάζεται με το ΡΙΚ και  το περιοδικό   Παιδική Χαρά.   Συμμετείχε σε πολλές αποστολές Θρησκευτικής Διαφώτισης σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης με διαλέξεις σε πανεπιστήμια, ομιλίες σε ενορίες και προγράμματα σε σχολεία. Για την προσφορά της τιμήθηκε με μετάλλιο από τον Αρχιεπίσκοπο Λευκορωσίας.

Υπηρέτησε για πολλά   χρόνια ως Πρόεδρος του Προσφυγικού Σωματείου «Η Ακανθού» και της Συντονιστικής  Επιτροπής . Χριστ. Συνδέσμων Γυναικών της Ι. Μητρόπολης Ταμασσού και Ορεινής.

Από τον Γενάρη του 2017 εξελέγη ως   Δήμαρχος  Ακανθούς

Είναι παντρεμένη με τον Σωτήρη , που εικονογραφεί τα βιβλία της και  έχουν πέντε παιδιά.

Έχουν  εκδοθεί τα ακόλουθα βιβλία της:

Χέρι με χέρι (μυθιστόρημα)-Έπαινος Σ.Π.Ν.Β.

Μικροί στον αγώνα (μυθιστόρημα)-Έπαινος Υπουργείου Παιδείας

Κοντά στη μητέρα (μυθιστόρημα)-Α ΄ Βραβείο  Σ.Π.Ν.Β.

Πρώτη Ανάσταση (διηγήματα)-Α ΄ Βραβείο Ελλ. Πνευμ.  Ομίλου   Κύπρου

Παίζοντας… Θυμούμαι (βιβλίο ποικίλης ύλης για παιδιά με θέματα από την Ακανθού)

Γυρεύοντας το φως (Χριστουγεννιάτικες ποιητικές σκηνές)

Σαν παραμύθι ο αγώνας  μας (Αφιέρωμα στον Αγώνα του 1955)- Α΄ Βραβείο Σ.Ι.Μ.Α.Ε. 1995

Από τα Ουράλια στα … Ουράνια

Show More

Related Articles

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to top button
Close