Ατζέντα

Ηνωμένα Έθνη και Κύπρος

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1964 ο γ.γ. των Ηνωμένων Εθνών Ου Θαντ ανακοινώνει στο Συμβούλιο Ασφαλείας ότι έχει επιτευχθεί συμφωνία για το επανάνοιγμα του δρόμου Λευκωσίας -Κερύνειας, που οι Τουρκοκύπριοι και η ΤΟΥΡΔΥΚ είχαν αποκόψει από τον Δεκέμβριο του 1963.

Στη διεθνή ειρηνευτική δύναμη στην Κύπρο είχαν ανατεθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας βασικά τρεις ρόλοι:

α) Να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να παρεμποδίσει την επανάληψη των συγκρούσεων,

β) να συμβάλει στη διατήρηση και αποκατάσταση του νόμου και της τάξεως,

γ) να συμβάλει στην επιστροφή σε συνθήκες ομαλότητας.

Το γενικό αυτό πλαίσιο στόχων ερμηνευόταν από τις δυο πλευρές στην Κύπρο με εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Η κυβέρνηση της Δημοκρατίας, που αναγνωριζόταν από τα Ηνωμένα Έθνη ως η νόμιμη κυβέρνηση του νησιού, ήθελε την ΟΥΝΦΙΚΥΠ να την βοηθήσει στον τερματισμό της τουρκοκυπριακής ανταρσίας κατά του νόμιμου κράτους και στην επιβολή του κυβερνητικού ελέγχου στους τουρκοκυπριακούς θυλάκους. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία, από την άλλη, επεδίωκε να χρησιμοποιήσει την ΟΥΝΦΙΚΥΠ για να διατηρήσει και εδραιώσει την ντε φάκτο διχοτόμηση που επέβαλε με τον εξαναγκασμό 25.000 περίπου Τουρκοκυπρίων να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να μετακινηθούν σε συμπαγείς τουρκοκυπριακούς θυλάκους.

Ο Ου Θαντ δεν αποδέχθηκε καμιά από τις δυο αυτές εκδοχές του ρόλου της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Σε έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας (Μάρτιος 1965) ανέφερε: Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ δεν μπορεί να ενεργεί ως όργανο της κυβέρνησης βοηθώντας την να επεκτείνει με τη βία την εξουσία της επί της τουρκοκυπριακής κοινότητος, στις περιοχές που βρίσκονται τώρα υπό τον έλεγχο της κοινότητος αυτής. Από την άλλη δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη για την αποκατάσταση της συνταγματικής κατάστασης που επικρατούσε πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών το 1963 και ενωρίς το 1964, ούτε να συμβάλει στην εδραίωση του σημερινού αδιεξόδου στο νησί.

Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ έβλεπε ως ειδικότερους στόχους και επιδιώξεις της ΟΥΝΦΙΚΥΠ τους ακόλουθους (έκθεσή του στο Συμβούλιο Ασφαλείας, Απρίλιος 1964):

1) Επίτευξη ελευθερίας διακινήσεως σε όλους τους δρόμους της Κύπρου.

2) Επίτευξη ελευθερίας διακινήσεως για όλες τις κοινότητες στη Λευκωσία και τις άλλες πόλεις υπό συνθήκες ασφαλείας.

3) Σταδιακή κατάργηση όλων των οχυρωμένων θέσεων των δυο πλευρών, με προτεραιότητα στη Λευκωσία.

4) Εξέταση του προβλήματος της διαίρεσης στην Κυπριακή Αστυνομία μεταξύ των τουρκοκυπριακών και των ελληνοκυπριακών μελών της και τη διαπραγμάτευση των αναγκαίων μέτρων για προοδευτική επανένωση.

5) Προοδευτικός αφοπλισμός όλων των πολιτών από την κυπριακή κυβέρνηση και την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ προσφέρεται να βοηθήσει στον αφοπλισμό και να θέσει υπό την φύλαξή της τα όπλα που θα συγκεντρωθούν.

6) Διευθέτηση μέτρων ασφαλείας και άλλων ενεργειών για διευκόλυνση επιστροφής σε ομαλές συνθήκες και κυρίως ομαλές οικονομικές δραστηριότητες.

7) Διευκόλυνση της επιστροφής των Τουρκοκυπρίων δημοσίων υπαλλήλων και κυβερνητικών αξιωματούχων στα καθήκοντά τους.

8) Ομαλή λειτουργία των δικαστηρίων.

Αυτοί ήταν οι στόχοι. Η υλοποίησή τους όμως δυσχεραινόταν από τους περιορισμούς στους όρους εντολής και την περιορισμένη ισχύ της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, αλλά κυρίως από την ένταση της διακοινοτικής διαμάχης.

Οι διακοινοτικές συγκρούσεις και η ΟΥΝΦΙΚΥΠ: Λίγους μήνες μετά την άφιξη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ ξέσπασαν οι μάχες στην περιοχή της Τηλλυρίας (πρώτη εβδομάδα Αυγούστου 1964), κατά τη διάρκεια των οποίων ανέλαβε δράση και η τουρκική αεροπορία. Το Συμβούλιο Ασφαλείας συνήλθε και πάλι, και στις 9 Αυγούστου εξουσιοδότησε τον πρόεδρό του να απευθύνει επείγουσα έκκληση στην Τουρκία να σταματήσει αμέσως τον βομβαρδισμό και τη χρήση οποιουδήποτε είδους στρατιωτικής βίας εναντίον της Κύπρου, και παράλληλα να απευθύνει έκκληση προς την κυπριακή κυβέρνηση να διατάξει τις δυνάμεις της να σταματήσουν αμέσως το πυρ. Στις 11 Αυγούστου το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε δήλωση του προέδρου του στην οποία σημειωνόταν με ικανοποίηση ότι ετηρείτο κατάπαυση του πυρός σε ολόκληρη την Κύπρο. Εζητείτο επίσης από τον διοικητή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ να επιβλέπει την εκεχειρία και να ενισχύσει τις δυνάμεις του στις ζώνες όπου είχαν διεξαχθεί οι τελευταίες συγκρούσεις, για να προστατεύσει τους κατοίκους.

Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1964 ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ είχε εντατικές διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με το εκρηκτικό πρόβλημα της αντικατάστασης της Τουρκικής Δύναμης Κύπρου (ΤΟΥΡΔΥΚ). Το θέμα ήταν συναρτημένο με το επανάνοιγμα του δρόμου Λευκωσίας -Κερύνειας, που οι Τουρκοκύπριοι και η ΤΟΥΡΔΥΚ είχαν αποκόψει από τον Δεκέμβριο του 1963. Στις 25 Σεπτεμβρίου ο Ου Θαντ ανακοίνωσε στο Συμβούλιο Ασφαλείας ότι είχε επιτευχθεί συμφωνία για το επανάνοιγμα του δρόμου υπό τον αποκλειστικό έλεγχο της ΟΥΝΦΙΚΥΠ και για την ανεμπόδιστη αντικατάσταση της ΤΟΥΡΔΥΚ. Ο δρόμος ξανάνοιξε στις 26 Οκτωβρίου 1964 και η ΟΥΝΦΙΚΥΠ συνέχισε ως το 1974 να επιτηρεί τη διακίνηση Ελλήνων Κυπρίων σ’ αυτόν. Την ίδια μέρα έγινε η πρώτη αντικατάσταση της ΤΟΥΡΔΥΚ, βάσει της συμφωνίας αυτής, με τη βοήθεια και την επίβλεψη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ.

Ως αποτέλεσμα των διευθετήσεων αυτών σημειώθηκε κάποια βελτίωση της κατάστασης. Όμως η στρατιωτική αντιπαράταξη των δυο πλευρών συνεχίστηκε κι η ΟΥΝΦΙΚΥΠ δεν κατόρθωσε να την αποκλιμακώσει.

Το θέμα της εισαγωγής όπλων στην Κύπρο από τις δυο πλευρές επαρακολουθείτο από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ, δεν ήταν όμως σαφές, βάσει των όρων εντολής της, αν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια στο θέμα αυτό. Τον Σεπτέμβριο του 1964 επετεύχθη κάποια συμφωνία να παρίσταται η ΟΥΝΦΙΚΥΠ στην εκφόρτωση πολεμικού υλικού στην Αμμόχωστο και τη Λεμεσό. Τον Δεκέμβριο του 1966 η ΟΥΝΦΙΚΥΠ πληροφορήθηκε ότι η κυπριακή κυβέρνηση εισήγαγε όπλα για την κυπριακή Αστυνομία. Στις 12 Ιανουαρίου 1967 η κυπριακή κυβέρνηση πληροφόρησε τον γενικό γραμματέα ότι τα όπλα δεν θα διανείμοντο επί του παρόντος και ότι ο διοικητής της ΟΥΝΦΙΚΥΠ θα μπορούσε να ασκεί περιοδικό έλεγχο. Αυτό γινόταν ως το 1974, χρόνο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Τον Νοέμβριο του 1967 ξέσπασε η γνωστή σαν κρίση της Κοφίνου*, που είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο (βλέπε και λήμμα Βανς Σάυρους). Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ ζήτησε από τις κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας την αποχώρηση της Εθνικής Φρουράς από τις περιοχές που κατέλαβε στις 15 του Νοεμβρίου. Η αποχώρηση έγινε την επόμενη μέρα.

Η κατάσταση παρουσίασε κάποια βελτίωση το 1968, και τον Ιανουάριο του 1969 ο πρόεδρος Μακάριος ανακοίνωσε πρόθεσή του για μέτρα ομαλοποίησης της κατάστασης, στα οποία περιλαμβανόταν και η ελεύθερη διακίνηση Τουρκοκυπρίων σ’ ολόκληρο το νησί. Ο γενικός γραμματέας εισηγήθηκε όπως η τουρκοκυπριακή ηγεσία ανταποκριθεί, επιτρέποντας την ελεύθερη διακίνηση των Ελλήνων Κυπρίων στις υπό τουρκοκυπριακό έλεγχο περιοχές, η εισήγηση όμως δεν έγινε αποδεκτή.

Τα επόμενα χρόνια, μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974, χαρακτηρίζονται κυρίως από την παράνομη δράση των ακροδεξιών στοιχείων εναντίον του Μακαρίου. Για να αντιμετωπίσει τη δράση αυτή η κυπριακή κυβέρνηση εισήγαγε τον Ιανουάριο του 1972 από τη Τσεχοσλοβακία μεγάλη ποσότητα όπλων και πυρομαχικών. Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ κατέληξε σε προσωρινή συμφωνία, τον Μάρτιο του ιδίου χρόνου, με την κυπριακή κυβέρνηση, βάσει της οποίας η κυβέρνηση θα έθετε τα όπλα υπό ασφαλή φύλαξη και θα επέτρεπε επιθεώρησή τους από τον διοικητή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Τον Απρίλιο έγινε νέα διευθέτηση και τα όπλα αποθηκεύθηκαν σε ειδικό περιφραγμένο χώρο στην περιοχή στρατοπέδου της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Ο περιφραγμένος χώρος θα βρισκόταν υπό την ευθύνη αόπλων Κυπρίων αστυνομικών, ο έλεγχος όμως της περιμέτρου του στρατοπέδου και της προσβάσεως στον χώρο αυτό θα ήταν στην ευθύνη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Η διευθέτηση αυτή συνεχίστηκε ως το 1974. Σήμερα τα όπλα εξακολουθούν να είναι αποθηκευμένα στο στρατόπεδο της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, βρίσκονται όμως τώρα στην αποκλειστική ευθύνη της δύναμης.

ΠΗΓΗ: polignosi.com

Related Articles

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Back to top button
Close