Ατζέντα

Οι συνομιλίες στη Γενεύη μεταξύ α΄ και β΄ φάσης της εισβολής

Στις 30 Ιουλίου 1974 ολοκληρώνονται οι συνομιλίες στη Γενεύη για το Κυπριακό και οι υπουργοί Εξωτερικών των τριών εγγυητριών χωρών της Κυπριακής Δημοκρατίας (Γεώργιος Μαύρος, Τουράν Γκιουνές, Τζέιμς Κάλαχαν) καλούν τις “αντίπαλες δυνάμεις στην Κύπρο να σταματήσουν κάθε επιθετική ή εχθρική δραστηριότητα”.

Το καλοκαίρι του 1974, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, διεξήχθησαν στην πόλη Γενεύη της Ελβετίας δραματικές περί την κατάσταση στην Κύπρο συνομιλίες, σε δυο στάδια.

Η Τουρκία πραγματοποίησε στην Κύπρο στρατιωτική εισβολή που άρχισε στις 20 Ιουλίου του 1974, με αφορμή το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας το οποίο είχε εκδηλωθεί 5 μόλις μέρες πιο πριν. Στις 22 Ιουλίου, ανακοινώθηκε συμφωνία ανακωχής στην Κύπρο, παράλληλη προς πολιτειακές εξελίξεις στην Ελλάδα όπου έπεσε η στρατιωτική χούντα κι επανήλθαν στην εξουσία οι πολιτικοί με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην Κύπρο, στις 23 Ιουλίου, «παραιτήθηκε» ο διορισμένος από τους πραξικοπηματίες «πρόεδρος» Σαμψών κι ανέλαβε την εξουσία ο Γλαύκος Κληρίδης. Δυο μέρες αργότερα, στις 25 Ιουλίου, άρχισαν στη Γενεύη ειρηνευτικές συνομιλίες στις οποίες συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών των τριών εγγυητριών χωρών Βρετανίας, Τουρκίας και Ελλάδας, Κάλλαχαν, Γκιουνές και Γ. Μαύρος (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ). Ο τελευταίος μόλις είχε αναλάβει το αξίωμα αυτό, μετά την πτώση της ελληνικής χούντας. Οι συνομιλίες διάρκεσαν 5 μέρες. Στις 30 Ιουλίου υπεγράφη μια διακήρυξη αποτελούμενη από 6 σημεία, με τα οποία οι τρεις υπουργοί υποδείκνυαν την άμεση ανάγκη του να τεθούν επειγόντως σε κίνηση μέτρα για την διευθέτηση της κατάστασης στην Κύπρο πάνω σε διαρκή βάση, λαμβανομένων υπόψη των διεθνών συμφωνιών του 1960 (Ζυρίχης – Λονδίνου) και του τελευταίου ψηφίσματος του ΟΗΕ (αρ. 353, του Συμβουλίου Ασφαλείας). Αφού οι τρεις υπουργοί συμφώνησαν πως δε θα ’πρεπε να επεκταθούν οι περιοχές της Κύπρου που ελέγχονταν από τις αντίπαλες δυνάμεις κατά την ώρα υπογραφής της διακήρυξης, κάλεσαν τις αντίπαλες δυνάμεις στην Κύπρο όπως σταματήσουν κάθε επιθετική ή εχθρική δραστηριότητα. Συμφωνήθηκε επίσης ότι έπρεπε να εγκαθιδρυθεί, μεταξύ άλλων μέτρων, μια «ζώνη ασφαλείας» («νεκρή» λεγόμενη ζώνη) μεταξύ των αντιπάλων στρατιωτικών δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα θα ’πρεπε να εκκενωθούν οι διάφοροι τουρκοκυπριακοί θύλακοι από τις δυνάμεις των Ελληνοκυπρίων που είχαν εισδύσει σ’ αυτούς. Τέλος, οι τρεις υπουργοί συμφώνησαν όπως αρχίσουν τάχιστα διαπραγματεύσεις «προς διασφάλιση της αποκαταστάσεως της ειρήνης και της επανεγκαταστάσεως συνταγματικής κυβερνήσεως». Συμφωνήθηκε, προς τούτο, όπως διεξαχθούν περαιτέρω συνομιλίες στη Γενεύη, στις 8 Αυγούστου 1974.

Παρά τις πρόνοιες της διακήρυξης, οι τουρκικές δυνάμεις εισβολής επωφελήθηκαν από την έναρξη της εκεχειρίας για να προωθηθούν σε διάφορα σημεία και να βελτιώσουν τις θέσεις τους, διευρύνοντας και το αρχικό τους προγεφύρωμα που επεκτάθηκε από τις δυτικές ακτές της Κερύνειας μέχρι την Κερύνεια, και συνδέθηκε με τον τουρκοκυπριακό θύλακο Κιόνελι – Λευκωσίας (τουρκικές συνοικίες).

Στις 8 Αυγούστου 1974 επαναλήφθηκαν στη Γενεύη οι συνομιλίες, με συμμετοχή τώρα και των Γλαύκου Κληρίδη και Ραούφ Ντενκτάς ως εκπροσώπων της ελληνικής και της τουρκικής κοινότητας της Κύπρου. Κατ’ αυτές, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τουράν Γκιουνές έθεσε στους συνομιλητές του δυο σχέδια και, χωρίς συζήτηση, αξίωσε τελεσιγραφική απάντηση μ’ ένα ναι ή ένα όχι. Το πρώτο σχέδιο (που υπεβλήθη «τυπικά» από τον Ραούφ Ντενκτάς) πρόβλεπε την παραχώρηση έκτασης 34% του κυπριακού εδάφους στους Τούρκους. Η διαχωριστική γραμμή θ’ άρχιζε από τον Λιμνίτη και θα περνούσε από τη Λεύκα, τη Μόρφου, θα διχοτομούσε τη Λευκωσία και θα κατέληγε στην Αμμόχωστο (παλαιά πόλη). Αυτό το 34% του εδάφους, θα ‘πρεπε να εκκενωθεί και να παραδοθεί στον τουρκικό στρατό εισβολής εντός 24 ωρών. Το δεύτερο σχέδιο πρόβλεπε τη χάραξη της ίδιας διαχωριστικής γραμμής, που θα συνεχιζόταν όμως από την Αμμόχωστο προς βορρά, καταλήγοντας στον Δαυλό. Έτσι, θα ‘μενε ελεύθερη η χερσόνησος της Καρπασίας, αλλά σ’ αντάλλαγμα θα δημιουργούνταν και 5 άλλα καντόνια για τους Τούρκους: κοντά στην Πάφο, κοντά στη Λάρνακα, στη Λεύκα – Ξερό, στην Πόλη Χρυσοχούς και στη Γαληνόπωρνη. Έτσι το συνολικό ποσοστό κυπριακού εδάφους που αξιούσε το δεύτερο σχέδιο, ήταν και πάλι περίπου 34%. Για το δεύτερο σχέδιο ο Γκιουνές αξίωσε απάντηση εντός 2 ωρών (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ).

Τόσο η ελληνική όσο και η ελληνοκυπριακή πλευρά αρνήθηκαν ν’ αποδεχθούν οποιοδήποτε από τα δυο αυτά σχέδια. Τόνισαν ότι η διάσκεψη της Γενεύης ήταν αναρμόδια να επιλύσει το Κυπριακό ζήτημα, κι ότι το μόνο θέμα για το οποίο οι τρεις εγγυήτριες χώρες μπορούσαν να επιμείνουν, ήταν η επάνοδος στο καθεστώς του 1960. Παράλληλα, ο Γλαύκος Κληρίδης ζήτησε επίμονα αναβολή των συνομιλιών για σύντομο διάστημα, προκειμένου να επανέλθει στην Κύπρο για διαβουλεύσεις και συνεννοήσεις. Το αίτημα του Κληρίδη υπεστήριξαν οι Κάλλαχαν και Μαύρος το απόγευμα της 13ης Αυγούστου. Αργά το βράδυ ο Γκιουνές δήλωσε ότι δεν μπορούσε να παραχωρήσει την αναβολή που του ζητήθηκε. Έτσι, λίγα λεπτά αργότερα, ο Κάλλαχαν ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους το ναυάγιο των συνομιλιών της Γενεύης.

Τρεις ώρες αργότερα, την αυγή της 14ης Αυγούστου, η Τουρκία εξαπέλυσε νέα μεγάλη στρατιωτική επίθεση, με συμμετοχή ναυτικών, χερσαίων και αεροπορικών δυνάμεών της, με αποτέλεσμα την κατάληψη του βόρειου μισού τμήματος της Κύπρου (σε ποσοστό εδάφους 39% περίπου), δηλαδή περισσότερο απ’ ό,τι πρόβλεπε το πρώτο σχέδιο του Γκιουνές που τελεσιγραφικά είχε τεθεί στη Γενεύη.

ΠΗΓΗ: polignosi.com

Related Articles

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Back to top button
Close