ΑπόψειςΆρθρα

Ορισμοί που αφορούν τη Μουσουλμανική θρησκεία

Ανδρέας Μ. Βασιλείου*

Σε προηγούμενό μου άρθρο αναφέρθηκα λεπτομερώς στην ερμηνεία της ονομασίας των πλοίων (ερευνητικών και γεωτρυπάνων) της Τουρκίας που επιδίδονται σε πειρατικές και έκνομες ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο και δει στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και την κυπριακή ΑΟΖ.

Αυτή τη φορά θα αναφερθώ και θα ερμηνεύσω διάφορους ορισμούς που αφορούν γενικά είτε τη μουσουλμανική θρησκεία είτε ιδιαίτερη τουρκική.

Όταν αντιμετωπίζεις ένα αδίστακτο εχθρό που απειλεί την εθνική και βιολογική σου ύπαρξη πρέπει να τον γνωρίζεις καλά και για να ματαιώσεις τα καταχθόνια σχέδιά του να τον τσακίσεις προκαταβολικά.

Παραθέτω λοιπόν κατωτέρω ερμηνεία όρων και αξιωμάτων, των οποίων πηγή είναι: www.wikipedia.org. και διάφορα Λεξικά.

ΚΟΡΑΝΙΟ: Το Κοράνιο ή Κοράνι (στα Αραβικά al-qur’ȃn αλ Κουράν) είναι το ιερό βιβλίο του Ισλάμ. Για τους μουσουλμάνους το Κοράνιο είναι ο λόγος του Θεού, η καταγραφή της αποκάλυψής του στο ανθρώπινο γένος, έτσι όπως μεταδόθηκε στον προφήτη Μωάμεθ από τον αρχάγγελο Γαβριήλ (Τζιμπρίλ) σε μια περίοδο 23 χρόνων, από τις 22 Δεκεμβρίου 609 μ.Χ, όταν ο Μωάμεθ ήταν 40 ετών, έως το 632 τη χρονιά θανάτου του.

Για τους μουσουλμάνους η αποκάλυψη του Κορανίου ήταν το μεγαλύτερο θαύμα του προφήτη, και η απόδειξη ότι ήταν αληθινός προφήτης. Αυτός ήταν και το τελευταίο θεϊκό μήνυμα κλείνοντας τον κύκλο των προφητών που ξεκίνησε με τον Αδάμ με τελευταίο προφήτη τον Μωάμεθ.

Το Κοράνι θεωρείται ως αριστούργημα της Αραβικής λογοτεχνίας . Έχει μεταφραστεί και στην Ελληνική γλώσσα. Θα επανέλθουμε αργότερα τι γράφει για τους Έλληνες.

ΧΑΛΙΦΗΣ: Χαλίφης (αραβικά: Χαλίφα, κυριολεκτικά: διάδοχος – του Μωάμεθ) είναι ηγεμονικός μουσουλμανικός κληρονομικός τίτλος. Ο ηγεμόνας μουσουλμανικής ουμα (κοινότητας). Όταν πέθανε ο Μωάμεθ (8 Ιουνίου 632) τον διαδέχθηκε στις πολιτικές και διοικητικές εξουσίες ο Αμπού Μπακρ ας-Σιντίκ με τον τίτλο «Χαλίφα ρασούλ Αλά(χ)» (Διάδοχος αγγέλου (αγγελιαφόρου) Θεού). Αυτός όμως ο όρος μάλλον καθιερώθηκε ως ηγεμονικός θρησκευτικός και πολιτικός) επί ηγεμονίας του 2ου Χαλίφη Ουμάρ Α΄ λαμβάνοντάς το από το Κοράνι που έτσι αποδίδεται στον Αδάμ και τον Δαβίδ  ως αντιβασιλείς του Θεού.

Ο Αμπού Μπακρ και οι τρεις άμεσοι διάδοχοί του θεωρήθηκαν μόνοι «τέλιοι» ή «ορθά καθοδηγούμενοι» (αλ-κουλάφα, αρ-ρασίντουμ). Μετά από αυτούς τον τίτλο του Χαλίφη έλαβαν 14 μουσουλμάνοι ηγεμόνες της Δυναστείας των Ομεϋαδών της Δαμασκού, στη συνέχεια 38 της Δυναστείας των Αββασιδών της Βαγδάτης (που κατέρρευσε το 1258 από τους Σελτζούκους Τούρκους), από τους απογόνους των Αββασιδών στο Κάιρο (1258-1517) παρότι η εξουσία ασκούταν από τους Μαμελούκους και από το 1517 που συνελήφθη ο τελευταίος των απογόνων πέρασε στον Σουλτάνο Σελίμ Α΄  «ως επικυριαρχίας αξίωμα διαδοχής». Έτσι ο τίτλος του Χαλίφη περνά σε όλους τους μετά Σελίμ Α΄ Σουλτάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι τις 3 Μαρτίου 1924 που καταργείται από την Τουρκική Δημοκρατία.

Παράλληλα με τις παραπάνω περιόδους, μετά την πτώση της Δυναστείας των Ομεϋαδών στη Δαμασκό (750), ο τίτλος υιοθετήθηκε από τον ισπανικό κλάδο (εκ της ίδιας Δυναστείας) που ηγεμόνευε στην Κόρδοβα από το 755 μέχρι το 1031. Ενώ τον ίδιο τίτλο οικειοποιήθηκε κι η Δυναστεία Φατιμιδών, ηγεμόνων της Αιγύπτου που υποστήριζαν ότι είναι απόγονοι της κόρης του Μωάμεθ της Φάτμα και του συζύγου της Αλή.

Οι Σιίτες μουσουλμάνοι αποκαλώντας τον ανώτατο θρησκευτικό τους ηγέτη «Ιμάμη» θεωρούν ότι ο Χαλίφης μπορεί να είναι μόνο απευθείας απόγονος του Μωάμεθ, ενώ οι Σουνίτες υποστηρίζουν ότι το αξίωμα αυτό μπορούν να φέρουν μόνο οι απόγονοι των Κουραϊσιτών, φυλή από την οποία καταγόταν ο Μωάμεθ.

ΧΑΛΙΦΑΤΟ: Με τον όρο χαλιφάτο εννοείται το πολιτικό-θρησκευτικό κράτος, ιστορική πλέον μορφή κεντρικής διακυβέρνησης του Ισλάμ, που διαμορφωνόταν από τη μουσουλμανική κοινότητα τη γη και τους διαφορετικούς λαούς που είχε υπό την κυριαρχία της η ισλαμική αυτοκρατορία, κατά τους αιώνες που ακολούθησαν τον θάνατο του προφήτη Μωάμεθ το 632. Το όνομα αντλείται από την αραβική λέξη χαλίφα (χαλίφης) που σημαίνει «υπηρέτης του Θεού» ή «διάδοχος του Προφήτη του». Προτεραιότητες αυτής της κεντρικής διακυβέρνησης ήταν η επιβολή του νόμου (σαρία), η άμυνα και η επέκταση της επικράτειας του Ισλάμ, και η γενική επίβλεψη σε οικονομικά θέματα. Παρόλο που δεν ήταν πνευματικό λειτούργημα, ο θεσμός του χαλιφάτου ήταν εμποτισμένος με πολιτικό και θρησκευτικό συμβολισμό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε στην ενότητα του μουσουλμανικού κόσμου.

ΜΟΥΦΤΗΣ: Μουφτής είναι ιερατικός βαθμός ειδικότερα του σουνιτικού κλάδου της μουσουλμανικής θρησκείας. Είναι ο ερμηνευτής του Κορανίου για την απόδοση δικαιοσύνης.

Το όνομα προέρχεται αρχικά εκ του αραβικού μέσω της Τουρκικής müftî (ο ερμηνευτής του νόμου) όπου και κατ’ επέκταση θεωρείται ο Μουσουλμάνος θεολόγος εντεταλμένος να εκδίδει φετφάδες (fatwȃ) – γνωμοδοτήσεις βάσει της Σαρίας – στους πιστούς, κατόπιν ερωτήσεως.

ΙΜΑΜΗΣ: Με τον όρο ιμάμης (αραβικά: imȃm, πληθ.: a’immah)  εννοείται ο καθοδηγητής, η κεφαλή της μουσουλμανικής κοινότητας. Ο τίτλος χρησιμοποιείται στο Κοράνιο ως αναφορά σε καθοδηγητές.

Η εννοιολογική θεμελίωση του θρησκευτικού αυτού λειτουργήματος υπήρξε διαφορετική, στις δύο μείζονες μουσουλμανικές σέκτες. Η σοβαρότερη διαφοροποίηση θεμελίωσε τμήμα της πολιτικής και θρησκευτικής βάσης για τον διαχωρισμό ανάμεσα στο σουνιτικό και σιιτικό Ισλάμ.

ΕΜΙΡΗΣ: ΟΕμίρης (Αμίρ στα αραβικά) σημαίνει ηγεμόνας, διοικητής, στρατηγός ή πρίγκιπας και γενικά αποτελεί τίτλο υψηλού διοικητικού αξιώματος. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρέως στον ισλαμικό κόσμο και με διάφορες παραφθορές και αλλού. Ως εμίρηδες θεωρούνται γενικώς οι υψηλόβαθμοι σεΐχηδες, αλλά στα μοναρχικά κράτη ο όρος χρησιμοποιείται επίσης και για τους πρίγκιπες, με τον όρο εμιράτο να αποτελεί το αντίστοιχο του πριγκιπάτου. Η θηλυκή μορφή είναι η εμίρα (amîrah).

ΣΕΪΧΗΣ: (αραβικά: σαΐχ) είναι ένας τίτλος ευγένειας στην αραβική γλώσσα, που κυριολεκτικά σημαίνει γέροντας και φέρει την έννοια αρχηγός ή/και κυβερνήτης. Συχνά χρησιμοποιείται για να ορίσει ένα σημαίνο πρόσωπο μιας φυλής, το οποίο πρόσωπο απέκτησε αυτό τον τίτλο από τον πατέρα του, ή κάποιο μουσουλμάνο λόγιο, ο οποίος πήρε αυτό τον τίτλο μετά την αποφοίτησή του από κάποιο βασικό ισλαμικό σχολείο. Σε κάποιες περιπτώσεις ο τίτλος αποκτάται από άτομα που έχουν υπερβεί τα 40 τους έτη. Η γυναίκα που φέρει αυτό τον τίτλο αποκαλείται σεΐχισσα.

ΜΟΥΕΖΙΝΗΣ: Ο μουεζίνης (στα Αραβικά: mu’ aḏḏin) στο Ισλάμ είναι εκείνος που έχει καθήκον με τη μελωδική φωνή του να αναγγέλλει την ώρα της προσευχής και να καλεί τους πιστούς στο τζαμί από τον μιναρέ (σήμερα η αναγγελία εναλλακτικά γίνεται από τα ηχεία του τζαμιού αντικαθιστώντας τον μουεζίνη), εκφωνώντας φράσεις του Kορανίου με γνωστότερη εκείνη: «Αλλάχου άκμπαρ», που σημαίνει «Ο Θεός είναι μεγάλος».

Στην ισλαμική θρησκεία δεν χρησιμοποιούνται καμπάνες και σήμαντρα. Για τον λόγο αυτό, στην πρόσκληση των πιστών χρησιμοποιείται η ζώσα φωνή του μουεζίνη που εκφωνεί την πρόσκληση για προσευχή της Παρασκευής που ονομάζεται αντχάν (στα αραβικά η λέξη σημαίνει κάλεσμα), καθώς και το κάλεσμα σαλάτ στις καθημερινές πέντε προσευχές από τον μιναρέ (ή τα ηχεία) του τζαμιού.

Ο  μουεζίνης δεν είναι πάντοτε ιερωμένος (χότζας), ενώ απαραίτητα πρέπει να έχει μελωδική και δυνατή φωνή. Έτσι, ο επαγγελματίας μουεζίνης επιλέγεται για να υπηρετήσει στο μουσουλμανικό τέμενος με βάση τον καλό χαρακτήρα του, τη δυνατή φωνή του και τις δεξιότητες της καλλιφωνίας του. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι μουεζίνηδες ήταν οι πιο καλοπληρωμένοι εργαζόμενοι.

ΧΟΤΖΑΣ: Ως Χότζας αναφέρεται συνήθως ο μουσουλμάνος Τούρκος ιεροδιδάσκαλος, (τουρκικά «Χότζα» Hoca). Σύμφωνα με τη μουσουλμανική θρησκεία, ο χότζας είναι γνώστης του ισλαμικού νόμου.

Το όνομα αυτό προέρχεται από την αραβική λέξη χατζέ ή χοτζά που αποδίδει την έννοια του αφέντη, αγά, δάσκαλου, σαρικοφόρου, εμπόρου και άλλα παρόμοια. Η κυριότερη σημασία της λέξης στην τουρκική είναι «δάσκαλος». Ο πληθυντικός στην περσική «χοτζαγκιαάν» χρησιμοποιείτο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (ως «χατζεγκιαάν») για να σημάνει τη συντεχνία των υπαλλήλων του αυτοκρατορικού διβανίου και ιδιαίτερα εκείνους που στελέχωναν τις δημοσιονομικές υπηρεσίες και γενικά την τάξη των «καλεμιγιέ», δηλαδή τους «καλαμαράδες». Οι Χατζεγκιαάν δεν προέρχονταν από τους «ουλεμά», δηλαδή δεν ανήκαν στο ιεροδικαστικό/διδασκαλικό σώμα ή στο ισλαμικό ιερατείο αλλά συνήθως είχαν φοιτήσει σε μεντρεσέ, το ισλαμικού τύπου σχολείο.

Στη λαογραφία των χωρών της Μέσης Ανατολής, αλλά και της Τουρκίας, περίφημος υπήρξε ο Νασρεντίν Χότζας και οι ιστορίες του.

ΕΒΚΑΦ: Εβκάφ είναι μουσουλμανικό ίδρυμα στην Κύπρο, το οποίο ιδρύθηκε το 1750 και χειρίζεται τις δωρεές κτημάτων (βακούφια) που έχουν γίνει από πιστούς για θρησκευτικούς λόγους προς τον Αλλάχ. Κατά τη διάρκεια των αιώνων έχει καταφέρει να συγκεντρώσει σημαντική περιουσία. Γενικός διευθυντής του ιδρύματος σήμερα είναι ο Prof.  Dr. Ibrahim Benter. Το ίδρυμα σήμερα υπάγεται στην Τουρκοκυπριακή Διοίκηση Βακουφίων (Kibris Türk Vakiflar Đdaresi) που υπάγεται στη διοίκηση της κατεχόμενης Κύπρου.

ΒΑΚΟΥΦΙ: Το βακούφι είναι δωρεά, συνήθως κτηματική, η οποία παραχωρείται σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, για μουσουλμανικούς θρησκευτικούς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς, χωρίς πρόθεση ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων. Η δωρεά περιουσιακών στοιχείων μπορεί να κατέχεται από φιλανθρωπικό ίδρυμα. Το πρόσωπο που κάνει τη δωρεά είναι γνωστός ως waqif, δωρητής. Στο οθωμανικό δίκαιο και αργότερα υπό τη Βρετανική Εντολή της Παλαιστίνης, το βακούφι ορίστηκε ως επικαρπία κρατικής γης (ή περιουσίας) της οποίας τα κρατικά  έσοδα είναι εξασφαλισμένα σε ευσεβή ιδρύματα. Αν και βασίζεται σε αρκετά χαντίθ και παρουσιάζει στοιχεία παρόμοια με τις πρακτικές των προϊσλαμικών πολιτισμών, φαίνεται ότι η συγκεκριμένη πλήρης ισλαμική νομική μορφή της περιουσίας που ονομάζεται βακούφι χρονολογείται από τον 9ο αιώνα μ.Χ.

*Πρώην συνδικαλιστής

Show More

Related Articles

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to top button
Close