Ατζέντα

17 Οκτωβρίου 1915: Όταν οι Άγγλοι πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα

Στις 17 Οκτωβρίου 1915 το Λονδίνο πρόσφερε την Κύπρο στην Ελλάδα, ζητώντας ως αντάλλαγμα να εγκαταλείψει η τελευταία την ουδέτερη στάση της και να πολεμήσει στο πλευρό της Αγγλίας. Η τότε ελληνική κυβέρνηση Ζαΐμη απέρριψε την προσφορά, κρίνοντας πως δεν ήταν προς το συμφέρον της.

Ας δούμε την περίοδο της αγγλοκρατίας στην Κύπρο:

Οι κυριότερες πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν στο νησί κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, είχαν ως επίκεντρο ή και κίνητρο το αίτημα των Ελλήνων Κυπρίων για εθνική αποκατάσταση και ένωση με την Ελλάδα. Το ενωτικό αίτημα που είχε τεθεί ήδη, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό, αναζωπυρώθηκε με την κατάληψη της Κύπρου από την Αγγλία κι άρχισε να τίθεται απευθείας στην αγγλική κυβέρνηση, στην αρχή δειλά, με υποβολή υπομνημάτων και αποστολή αντιπροσωπειών στο Λονδίνο και στη συνέχεια με οργάνωση παγκύπριων συλλαλητηρίων και με άλλους, περισσότερο μαχητικούς τρόπους, που έφθασαν μέχρι το αυθόρμητο κίνημα του Οκτωβρίου του 1931 και την ένοπλη επανάσταση του 1955.

Υπόμνημα προς το Λονδίνο έστειλαν οι Έλληνες Κύπριοι το 1882, υπενθυμίζοντας ότι «… ὁ μόνος τῶν Κυπρίων πόθος εἶναι ἡ μετά τῆς Μητρός Ἑλλάδος ἓνωσις… »Το 1887, όταν σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία γιορταζόταν το χρυσό ιωβηλαίο της βασίλισσας Βικτώριας, οι Έλληνες της Κύπρου είχαν την πρώτη ευκαιρία να δείξουν φανερά τη δυσφορία τους. Όχι μόνο απείχαν επιδεικτικά από τις εκδηλώσεις, αλλά κι οργάνωσαν όλες τις μέρες των εορτασμών εκδηλώσεις υπέρ της ένωσης. Το 1889, ο αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος, δεσπόζουσα φυσιογνωμία της πρώτης περιόδου της Αγγλοκρατίας, πήγε στο Λονδίνο επικεφαλής αντιπροσωπείας από τους Θ. Περιστιάνη, Π. Κωνσταντινίδη και Α. Λιασίδη, όπου επέδωσε υπόμνημα στον υπουργό Αποικιών λόρδο Νάτσφορτ: «… Ὁ Χριστιανικός πληθυσμός τῆς νήσου Κύπρου, μή λησμονῶν τήν καταγωγήν καί τάς παραδόσεις τοῦ, ἀποβλέπει πάντοτε προς ἓνα ἐθνικόν μέλλον…» Το 1895 οργανώθηκαν σ’ όλες τις πόλεις της Κύπρου συλλαλητήρια και νέο υπόμνημα στάληκε στον υπουργό αποικιών Τσάμπερλαιν : «… Ὁ ἑλληνικός λαός τῆς νήσου πάντοτε μίαν μόνον λύσιν ἐπόθησε, ποθεῖ καί θά ποθεῖ, τήν ὁποίαν καί σήμερον ἐξαιτεῖται πανδήμως, τήν ὃσον τό δυνατόν προσεχῆ καί ταχεῖαν ἓνωσίν του μετά τῆς ὁμοφύλου καί ὁμαίμονος Ἑλλάδος…» Μεγάλα συλλαλητήρια οργανώθηκαν και το 1912 και νέα έντονα ψηφίσματα στάλθηκαν στο Λονδίνο: «…Οὐδεμία ἐγκόσμιος δύναμις δύναται νά καταστρέψει ἢ νά ἀλλοιώσει τήν θέλησίν του [του λαού] ὃπως ἡ νῆσος του προσαρτηθεῖ εἰς τό ὁμόφυλον Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος…» Οι Έλληνες Κύπριοι βουλευτές παραιτήθηκαν και νέα αντιπροσωπεία στάλθηκε στο Λονδίνο «ἳνα μεταδώσει τόν πόθον τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ εἰς ὃλους τούς ἐπισήμους Βρεττανούς», και πέτυχε να αποσπάσει μια δήλωση: «Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός σέβεται τούς ἐθνικούς πόθους τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ».

Το 1914 η Τουρκία αναμείχθηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό της Γερμανίας κι ενάντια στην Αγγλία. Η τελευταία κήρυξε, τότε, άκυρη τη συμφωνία του 1878 και, στις 5 Νοεμβρίου, προσάρτησε την Κύπρο. Αλλά έτσι έχασε το επιχείρημά της ότι, με βάση τη συμφωνία του 1878, η Κύπρος κατεχόταν μεν από την Αγγλία, αλλά εξακολουθούσε ν’ ανήκει στην Οθωμανική αυτοκρατορία και συνεπώς δεν ήταν δυνατό ν’ αποδοθεί στην Ελλάδα. Και πράγματι, τον επόμενο χρόνο, το Λονδίνο πρόσφερε την Κύπρο στην Ελλάδα, ζητώντας ως αντάλλαγμα να εγκαταλείψει η τελευταία την ουδέτερη στάση της και να πολεμήσει στο πλευρό της Αγγλίας. Η τότε ελληνική κυβέρνηση Ζαΐμη απέρριψε την προσφορά (17 Οκτωβρίου 1915), κρίνοντας πως δεν ήταν προς το συμφέρον της χώρας του η εγκατάλειψη της ουδέτερης στάσης που τηρούσε. Την ουδέτερη αυτή στάση εγκατέλειψε, έτσι κι αλλιώς, λίγο αργότερα, όμως στο μεταξύ η αγγλική προσφορά είχε αποσυρθεί. Ωστόσο, με την ελπίδα και το όραμα της εθνικής αποκατάστασης της πατρίδας τους, 11.000 Κύπριοι κατατάχθηκαν στον αγγλικό στρατό και πολέμησαν σε διάφορα μέτωπα.

Η απογοήτευση του 1915 μετατράπηκε πάλι σε ελπίδα το 1917, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οραματιστής της «Μεγάλης Ελλάδος των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», επισκέφθηκε το Λονδίνο. Τηλεγραφήματα και υπομνήματα μετέφεραν το αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, να μεριμνήσει και για την εθνική αποκατάσταση του νησιού τους. Αμέσως μετά τον πόλεμο, ξεκίνησε για το Λονδίνο μια ακόμα κυπριακή αποστολή, μ’ επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο Γ’ και με όλους τους Έλληνες βουλευτές του νησιού. Το ταξίδι της πρεσβείας, όπως την ονόμασαν, κράτησε δυο χρόνια (1918- 1920) και περιλάμβανε και το Παρίσι, όπου συνερχόταν η Διάσκεψη Ειρήνης. Στο περιθώριό της, οι Ελληνοκύπριοι εκπρόσωποι είχαν συναντήσεις και συνομιλίες με το Βενιζέλο, ο οποίος κι ανακοίνωσε τελικά (Αύγουστος 1920) στην πρεσβεία των Κυπρίων, την οριστική απόφαση του Λονδίνου να μην παραχωρήσει την Κύπρο στην Ελλάδα. Το ίδιο ανακοίνωσε κι επίσημα το αρμόδιο υπουργείο Αποικιών, στις 26 Οκτωβρίου 1920.

Με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, η Τουρκία παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματα της επί της Κύπρου. Δυο χρόνια αργότερα (1η Μαΐου 1925) η Αγγλία ανακήρυξε την Κύπρο αποικία του στέμματος, ενέργεια που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις από την πλευρά, κυρίως, των Ελλήνων του νησιού. Η μεν ηγεσία χαιρέτισε την εξέλιξη αυτή με υπόμνημα στο οποίο εξέφραζε την ικανοποίηση της «διά τήν τελειωτικήν ἀπαλλαγήν τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀπό τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας», ο δε λαός διαμαρτυρήθηκε ζωηρά για την προσάρτηση. Προκάλεσε, μάλιστα, μια δήλωση του τότε υπουργού Αποικιών Έιμερυ: «…Οφείλετε να εννοήσετε σαφώς, όπως σας υπεδείχθη πολλές φορές, ότι το ζήτημα της ενώσεως είναι οριστικά κλειστό και δεν είναι δυνατό ν’ ανακινηθεί ξανά …»

Στο μεταξύ, από το 1920, η αγγλική διοίκηση είχε αρχίσει να παίρνει δυναμικά μέτρα ενάντια στους πρωτεργάτες της ενωτικής κίνησης. Έτσι, το 1921 απέλασε από την Κύπρο, με εντολή του ύπατου αρμοστή Στήβενσον, το δυναμικό αγωνιστή Νικόλαο Καταλάνο και το συγγραφέα και ιστορικό Φίλιο Ζαννέτο, ο οποίος ήταν δήμαρχος Λάρνακας και βουλευτής.

Ο κυβερνήτης σερ Ρόναλτ Στορρς, ο οποίος έφτασε στην Κύπρο στις 30 Νοεμβρίου 1926, προσπάθησε να εξευμενίσει τους κατοίκους του νησιού, πετυχαίνοντας την κατάργηση του φόρου υποτελείας τον οποίο εξακολουθούσαν, μέχρι τότε, να πληρώνουν οι Κύπριοι. Όμως, δυο χρόνια αργότερα, το 1928, οργάνωσε λαμπρές τελετές για τα 50 χρόνια της αγγλικής κατοχής, με αποτέλεσμα να προκαλέσει και πάλι την οργή των Ελλήνων. Τις τελετές παρακολούθησαν οι Τούρκοι. Ο αρχιεπίσκοπος έστειλε και πάλι υπόμνημα στο Λονδίνο.

Στις 26 Ιανουαρίου 1930, πραγματοποιήθηκε στην Αρχιεπισκοπή μεγάλη συνέλευση, η οποία αποφάσισε την ίδρυση της Ε.Ο.Κ. (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων), σκοπός της οποίας ήταν «ἡ ἐπίτευξις τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Κύπρου μετά τῆς μητρός Ἑλλάδος». Την ηγεσία της Ε.Ο.Κ. αποτελούσαν ο αρχιεπίσκοπος, τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, ο ηγούμενος Κύκκου, αντιπρόσωποι των άλλων μοναστηριών, οι Έλληνες Κύπριοι βουλευτές και άλλοι παράγοντες. Η οργάνωση ίδρυσε και γραφείο διαφώτισης στο Λονδίνο. Στις 25 Μαρτίου οργάνωσε σε όλο το νησί εκδηλώσεις υπέρ της ένωσης, κατά τις οποίες σχετικά ψηφίσματα υπογράφτηκαν από το λαό και στάλθηκαν στο Λονδίνο. Στις εκλογές του ίδιου χρόνου, εκλέχτηκαν βουλευτές όλοι όσοι είχαν βάλει υποψηφιότητα με το σύνθημα «ἓνωσις καί μόνον ἓνωσις».

Τον Οκτώβριο του 1931 και με αφορμή την επιβολή δασμολογικού νόμου, εκδηλώθηκε το κίνημα των Οκτωβριανών* που έφθασε μέχρι και την πυρπόληση του κυβερνείου. Τελικά, το κίνημα κατεστάλη, οι Έλληνες κήδευσαν μερικούς νεκρούς κι αναγκάστηκαν να επωμισθούν ένα μεγάλο οικονομικό βάρος που αντιπροσώπευε τις υλικές ζημιές. Πολλοί από τους πρωταγωνιστές του κινήματος εξορίστηκαν και ανάμεσα τους οι μητροπολίτες Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς και Κυρηνείας Μακάριος, ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β’. Η κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή σκληρά έκτακτα μέτρα, που ισοδυναμούσαν με επιβολή στυγνού δικτατορικού καθεστώτος και που συνεχίστηκαν μέχρι και την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η περίοδος αυτή έμεινε γνωστή ως Παλμεροκρατία* από το όνομα του κυβερνήτη Πάλμερ. Με το θάνατο του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ’ (1933) κι εφόσον ήταν αδύνατο να γίνουν εκλογές για ανάδειξη νέου αρχιεπισκόπου κάτω από τις συνθήκες εκείνες και με τους δυο από τους τρεις μητροπολίτες σε εξορία, η Εκκλησία παρέμεινε ακέφαλη. Μόνος ηγέτης της, να σηκώνει όλο το βάρος, έμεινε ο μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος, που κι αυτός αναγκάστηκε από τις αρχές να μένει περιορισμένος στην πόλη της Πάφου, ενώ σύρθηκε και στο δικαστήριο με διάφορες κατηγορίες και περιπλέχθηκε σε δίκες (->Λεόντιος). Μόνο μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μπόρεσε ν’ αναδιοργανωθεί η Εκκλησία.

Με την έναρξη του πολέμου καταργήθηκαν τα έκτακτα μέτρα και ξεδιπλώθηκαν οι ελληνικές σημαίες που είχαν απαγορευτεί. Οι Βρεττανοί κάλεσαν τους Έλληνες της Κύπρου να καταταγούν στον αγγλικό στρατό και να πολεμήσουν «για την Ελλάδα και την ελευθερία». Ανταποκρίθηκαν πάνω από 30.000, που κατατάχθηκαν και πολέμησαν σε διάφορα μέτωπα της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής.

Το 1941, ενώ οι Γερμανοί προέλαυναν προς την Αθήνα, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ της Ελλάδος και ο πρωθυπουργός Κορυζής ζήτησαν από το Λονδίνο να τους επιτρέψει να εγκατασταθούν στην Κύπρο και όπως θεωρηθεί «ἒστω καί προσωρινῶς ἓν τμῆμα τῆς Κύπρου ὡς ἑλληνικόν, ἳνα ὁ βασιλεύς καί ἡ ἑλληνική κυβέρνησις (…) μεταβοῦν εἰς Κύπρον…». Οι Άγγλοι δίνουν την άδεια, με την προϋπόθεση, όμως, οι ελληνικές αρχές να θεωρηθούν φιλοξενούμενες στο νησί, με τους ίδιους όρους που κι άλλες κυβερνήσεις χωρών που είχαν κατακτηθεί από τους Γερμανούς, φιλοξενούνταν στο Λονδίνο. Μετά την αυτοκτονία του πρωθυπουργού Κορυζή (18 Απριλίου 1941), ο βασιλιάς Γεώργιος ξανάθεσε το θέμα από την Κρήτη, όπου είχε καταφύγει. Οι Άγγλοι, τώρα, αρνήθηκαν να του επιτρέψουν να έλθει στην Κύπρο, με τη δικαιολογία πως θα προκαλούσαν γερμανική επίθεση κατά του νησιού. Ο βασιλιάς κι η κυβέρνησή του κατέφυγαν στην Αίγυπτο.

Το 1946, ο μητροπολίτης Λεόντιος πήγε στο Λονδίνο, για να ζητήσει ακόμα μια φορά την απόδοση της Κύπρου στην Ελλάδα. Η αγγλική κυβέρνηση αντιπρότεινε ένα σύνταγμα αυτοκυβέρνησης. Κι ενώ η κυπριακή Αριστερά άρχισε να προσανατολίζεται προς μια καινούργια γραμμή, εκείνη της αυτοκυβέρνησης -ένωσης, ο Λεόντιος παρέμεινε ανένδοτος στη γραμμή της «ενώσεως και μόνον ενώσεως». Η διασκεπτική συνέλευση που συγκάλεσαν οι Άγγλοι, απέτυχε.

Μετά τον τραγικό θάνατο του Λεόντιου, που πέθανε λίγες μόνο μέρες μετά την εκλογή του ως αρχιεπισκόπου, στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ανέβηκε ο μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος, που επέστρεψε από την εξορία. Κι αυτός ακολούθησε πεισματικά την ίδια γραμμή. Η εθναρχούσα Εκκλησία αναδιοργανώθηκε και στελεχώθηκε (αρχιεπίσκοπος ο Μακάριος ο Β’ και μητροπολίτες, Πάφου ο Κλεόπας, Κιτίου ο Μακάριος και Κυρηνείας ο Κυπριανός). Στις 15 Ιανουαρίου του 1950 διενεργήθηκε ενωτικό δημοψήφισμα* με εντυπωσιακά αποτελέσματα: Σε σύνολο 224.757 ψηφοφόρων, ψήφισαν 215.108, δηλαδή ποσοστό 96%. Απ’ αυτούς μόνο 5 (πέντε) άτομα ψήφισαν ενάντια στην ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Μια νέα πρεσβεία, με επικεφαλής τον μητροπολίτη Κυρήνειας Κυπριανό, ξεκίνησε για να παραδώσει τους τόμους του δημοψηφίσματος στις κυβερνήσεις Ελλάδας και Αγγλίας, καθώς και στην έδρα του ΟΗΕ.

Τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Β’, που πέθανε στις 28 Ιούνη 1950, διαδέχτηκε ο μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος, που εγκαινίασε αμέσως μια διεθνή σταυροφορία για προώθηση του Κυπριακού ζητήματος, το οποίο προώθησε δυναμικά προς κάθε κατεύθυνση, ενώ παράλληλα οργάνωσε το λαό με την προοπτική ενός δυναμικού αγώνα. Κι ο Μακάριος Γ’ ακολούθησε τη γραμμή της «ενώσεως και μόνον ενώσεως» και παράβλεψε κι αυτός, όπως κι οι προκάτοχοί του, τον παράγοντα Τουρκοκύπριοι. Στράφηκε απαιτητικά προς την Ελλάδα, από την οποία ζήτησε επιτακτικά να υιοθετήσει και προωθήσει το ζήτημα της Κύπρου, ενώ απαίτησε και την εγγραφή του θέματος και συζήτησή του στα Ηνωμένα Έθνη. Η Αθήνα δεν έδειξε προθυμία, γιατί δεν ήταν σε θέση να αντιδικεί με την Αγγλία, σύμμαχο και προστάτιδά της. Προκλήθηκαν καβγάδες μεταξύ του Μακαρίου και διαφόρων ελληνικών κυβερνήσεων. Τελικά, η κυβέρνηση του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου ενέγραψε το Κυπριακό στην 8η  Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, το 1954. Η συζήτηση του προβλήματος έγινε στις 14 Δεκεμβρίου στην Πολιτική Επιτροπή του Διεθνούς Οργανισμού, η οποία αποφάσισε «όπως μη εξετάσει περαιτέρω το θέμα».

Λίγο αργότερα, την 1η Απριλίου 1955, άρχισε στην Κύπρο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας με στόχο την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Τον αγώνα ανέλαβε η μυστική οργάνωση της δεξιάς Ε.Ο.Κ.Α., της οποίας στρατιωτικός αρχηγός ήταν ο συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας, με το ψευδώνυμο Διγενής, ενώ πολιτικός αρχηγός ήταν ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, με το ψευδώνυμο Γενικός. Νωρίς το 1956, οι Άγγλοι υπέβαλαν μέσω του κυβερνήτη σερ Τζων Χάρτιγκ προτάσεις για αυτοκυβέρνηση, ως μεταβατικό στάδιο και ανεξαρτησία. Οι συνομιλίες Μακαρίου-Χάρτιγκ τον Ιανουάριο του 1956 κατέληξαν σε αποτυχία κι ο Μακάριος εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες. Ο ένοπλος αγώνας κράτησε 4 χρόνια και κατάληξή του ήταν οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, με τις οποίες η Κύπρος έγινε ανεξάρτητο κράτος. Οι συμφωνίες εκείνες, που υπεγράφησαν από τη Βρεττανία, την Ελλάδα και την Τουρκία, καθώς και από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων και τον δρα Φαζίλ Κουτσιούκ εκ μέρους των Τουρκοκυπρίων, δεν ανταποκρίνονταν στους πόθους και στις επιδιώξεις των Ελλήνων. Η αγγλική διπλωματία κατόρθωσε να περιπλέξει το Κυπριακό ζήτημα, εκμεταλλευόμενη την απειρία των Ελληνοκυπρίων στα πολιτικά παιγνίδια, καθώς και την ανικανότητα διαφόρων ελληνικών κυβερνήσεων που κατά καιρούς χειρίστηκαν το πρόβλημα. Οι Άγγλοι, πιστοί στην αρχή του «διαίρει και βασίλευε» κινητοποίησαν τους Τουρκοκύπριους, και τους έστρεψαν κατά των Ελληνοκυπρίων. Κατόρθωσαν έτσι ν’ αναμείξουν ενεργά την ίδια την Τουρκία στην υπόθεση της Κύπρου.

Στις 22 Φεβρουαρίου 1959 καταργούνται τα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης Κύπρου, που είχαν δημιουργηθεί από τους Άγγλους τον Ιούλιο του 1955. 

Η αγγλική κατοχή τερματίστηκε επίσημα στις 16 Αυγούστου 1960 με την παράδοση της εξουσίας από τον σερ Χιου Φουτ, τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη, στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, πρώτο Κύπριο πρόεδρο.

ΠΗΓΗ: polignosi.com

Show More

Related Articles

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back to top button
Close